Η Συμφωνία Κύπρου - Ελλάδας

Η πρόσφατη υπογραφή διμερούς Διακρατικής Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής και της Ελληνικής Δημοκρατίας για την έρευνα και διάσωση και την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στην θάλασσα αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη. Με τη Συμφωνία ενοποιείται, ουσιαστικά, ο θαλάσσιος χώρος μεταξύ Κύπρου - Ελλάδας για τους σκοπούς της Συμφωνίας.

Η Διακρατική αυτή Συμφωνία έχει ως νομικό έρεισμα τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης για τη Ναυτική Έρευνα και Διάσωση του 1979 (γνωστή ως SAR - Search and Rescue Convention) μετά του Παραρτήματός της όπως έχει τροποποιηθεί το 1998 και τη Διεθνή Σύμβαση για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα του 1974 μετά των Πρωτοκόλλων της (γνωστή ως SOLAS - Safety of Life at Sea). Η Σύμβαση SAR υιοθετήθηκε στο Αμβούργο στις 27 Απριλίου του 1979 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Ιουνίου 1985, ενώ η Σύμβαση SOLAS υιοθετήθηκε, ως τροποποιημένο κείμενο παλαιότερων Συμβάσεων για την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής (SOLAS 1914, SOLAS 1929, SOLAS 1948, SOLAS 1960), την 1η Νοεμβρίου 1974 και τέθηκε σε ισχύ στις 25 Μαΐου 1980.

Η Κύπρος προσχώρησε στη Σύμβαση SOLAS το 1985, ενώ η Ελλάδα, όπως και η Τουρκία, προσχώρησαν στη Σύμβαση το 1980. Η Σύμβαση για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα αφορά τα εμπορικά πλοία και τη χρήση των θαλασσών από αυτά, και θεωρείται η σημαντικότερη διεθνής σύμβαση που υπάρχει σε σχέση με την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων και των δραστηριοτήτων τους. Κύριος σκοπός της Σύμβασης είναι ο καθορισμός των ελάχιστων προτύπων για την κατασκευή, τον εξοπλισμό και τη χρήση πλοίων ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια ναυσιπλοΐας τους. Τα κράτη της σημαίας, στα οποία τα πλοία είναι νηολογημένα, έχουν υποχρέωση να τηρούν αυτά τα πρότυπα και να βεβαιώνονται ότι τα πλοία που φέρουν τη σημαία τους ικανοποιούν τις απαιτήσεις που θέτει η Σύμβαση. Η Σύμβαση περιλαμβάνει επίσης ρήτρες που επιτρέπουν στα Συμβαλλόμενα Μέρη να προβαίνουν σε ελέγχους πλοίων που δεν φέρουν τη σημαία τους, εάν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτά δεν συμμορφώνονται με τα πρότυπα που τίθενται από τη Σύμβαση.

Η Σύμβαση για την Έρευνα και Διάσωση έχει ως κύριο στόχο να καθορίσει ότι, σε περίπτωση ναυτικού ατυχήματος, η διάσωση ναυαγών ή ατόμων που κινδυνεύουν στη θάλασσα θα συντονίζεται από ένα Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Διάσωσης, και όπου κρίνεται απαραίτητο από τη συνεργασία μεταξύ γειτονικών Κέντρων Έρευνας και Διάσωσης. Προς τούτους τους σκοπούς η Ελλάδα ασκεί τον συντονισμό των εν λόγω επιχειρήσεων εντός του FIR Αθηνών από τη δεκαετία του 1950, ενώ η Κύπρος συνέστησε το 1994 Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης, η ζώνη ευθύνης του οποίου ταυτίζεται με το FIR Λευκωσίας. Η διακρατική αυτή συμφωνία γίνεται ακριβώς στο πλαίσιο της ρήτρας της Σύμβασης για τον καθορισμό περιοχών ευθύνης. Η υπογραφή της Συμφωνίας με την Κύπρο ακολουθεί την υπογραφή αντίστοιχων Συμφωνιών μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας (2000) και Ελλάδας και Μάλτας (2008).

Η πρόσφατη Συμφωνία, πέραν του ότι ενοποιεί τον θαλάσσιο χώρο μεταξύ των δυο, επιβεβαιώνει, παράλληλα, και τις εξαιρετικές σχέσεις μεταξύ τους, και αποτελεί μιαν από τις πολλές απαντήσεις που δίνει και ενδεχομένως θα δώσει, ανάλογα με τον βαθμό υλοποίησης των απειλών της Άγκυρας, η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ελλάδα στις πειρατικές ενέργειες της Τουρκίας στο Αιγαίο και στην Υφαλοκρηπίδα της Ελλάδας και στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και την Υφαλοκρηπίδα της Κύπρου.

*Δρ Αντώνης Στ. Στυλιανού Λέκτορας Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law Bristol, Ph.D in Law – I nternational Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ


Αναζήτηση στη "Φ"


| |

Ακολουθήστε τη "Φ" στα social media