«Λάθος γιγαντιαίων διαστάσεων η διάσπαση της Λαϊκής», υποστηρίζει ο Βγενόπουλος


bgenopoulos«Η διάσπαση της Λαϊκής ώστε να προστατευθούν για μια ακόμη φορά τα τεράστια συμφέροντα που κρύβονται πίσω από την Τράπεζα Κύπρου είναι ένα λάθος γιγαντιαίων διαστάσεων που θα πλήξει βάναυσα την κυπριακή οικονομία και κοινωνία»,

αναφέρει σε ανακοίνωση του ο πρώην μη εκτελεστικός πρόεδρος της Marfin – Λαϊκή Ανδρέας Βγενόπουλος, κάνοντας, παράλληλα, λόγω «για παράνομες ενέργειες και ευθύνες ενός διαπλεκόμενου πολιτικοοικονομικού κατεστημένου που πολέμησε λυσσαλέα την εξυγίανση, διαφάνεια και ισονομία που προσπάθησε να φέρει η Marfin Populal Bank στην Κύπρο».

Ο κ. Βγενόπουλος αναφέρει στην ανακοίνωση του ότι «πριν από 17 περίπου μήνες αντικαταστάθηκε βίαια και παράνομα η Διοίκηση της Marfin Populal Bank, η οποία είχε εκλεγεί από τους ιδιώτες μετόχους της.  την περίοδο που ακολούθησε, την Τράπεζα, που με δημόσιους πανηγυρισμούς ‘ξανάγινε κυπριακή’ και μετονομάσθηκε σε Λαϊκή, διοίκησαν οι εκλεκτοί της Κυπριακής Δημοκρατίας οι οποίοι και με τις αντιεπαγγελματικές πράξεις και παραλείψεις τους τη διέλυσαν».

Αναφέρει ότι «η Διοίκηση, της οποίας υπήρξα μη Εκτελεστικός Πρόεδρος παρέδωσε μια υγιή Τράπεζα με καταθέσεις €20,2 δισ., επιτοκιακά έσοδα €799 εκατ., οργανική προ προβλέψεων κερδοφορία 388 εκατ. ευρώ (2011) και ELA περίπου 3 δισ. ευρώ. Μέσα σε 17 μήνες η κρατική πλέον Λαϊκή επιδείνωσε δραματικά τα αποτελέσματά της και παρά την υποτιθέμενη ‘σιγουριά’ του κρατικού της χαρακτήρα μείωσε ραγδαία τις καταθέσεις της και ανέβασε τη χρήση του ELA σε πάνω από 9 δισ. ευρώ».

Προσθέτει ότι «η παλαιά Διοίκηση των ιδιωτών μετόχων κατηγορήθηκε ανεπίσημα και δυσφημιστικά επειδή είχε στο χαρτοφυλάκιό της Ελληνικά Ομόλογα που είχαν αγορασθεί τα περισσότερα το 2009 και στις αρχές του 2010, δηλαδή πολύ πριν υπάρξει έστω και υποψία ή αντιμετώπιση σε επίπεδο ΕΚΤ ότι οι επενδύσεις αυτές δεν ήταν μηδενικού κινδύνου» και αναφέρει ότι η κατηγορία «κατέρρευσε όταν έγινε κατανοητό ότι το πρόβλημα δεν δημιουργήθηκε από τη συνήθη σε όλες τις Τράπεζες αγορά κρατικών ομολόγων, αλλά από τη συναίνεση των οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας στο εθελοντικό κούρεμα των Ελληνικών Ομολόγων χωρίς να γνωρίζουν καν τις επιπτώσεις αυτής της απόφασης στο Κυπριακό Τραπεζικό Σύστημα και ως εκ τούτου χωρίς να ζητήσουν εκείνη τη στιγμή από το EUROGROUP την προστασία του».

Ο κ. Βγενόπουλος αναφέρει ότι «η άλλη ‘κατηγορία’ ήταν ότι η Τράπεζα είχε μεγάλο χαρτοφυλάκιο δανείων στην Ελλάδα και ορισμένα από αυτά ήταν κακής ποιότητος. Υποστηρίζει ότι και αυτή η κατηγορία κατέρρευσε όταν έγινε κατανοητό ότι η Marfin Polulal Bank προήλθε από τη συγχώνευση μιας κυπριακής με δύο ελληνικές τράπεζες και ως εκ τούτου ήταν επόμενο και φυσιολογικό να έχει έκθεση κινδύνου στην Ελλάδα που τα πρώτα χρόνια μετά τη συγχώνευση παρήγαγε κέρδη».

Ως προς την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου», ο κ. Βγενόπουλος αναφέρει ότι οι μετέπειτα διοικήσεις της Λαϊκής με δικηγόρους και συμβούλους προέβησαν σε ελέγχους και δεν βρήκαν τίποτα σχετικά με δάνεια που δόθηκαν με δόλο ή/και προσωπικό όφελος μελών των εισηγητικών και εγκριτικών οργάνων, και υποστηρίζει ότι αυτό επιβάρυνε τη Λαϊκή «με υψηλές και αχρείαστες προβλέψεις για διάφορα ελληνικά δάνεια, ενώ παράλληλα απέφυγαν επί 17 μήνες να κάνουν αναδιαρθρώσεις»

Αναφέρει, επίσης, ότι «την ίδια αυτή περίοδο, η Τράπεζα Κύπρου, που όπως απεδείχθη από την έκθεση της PIMCO είχε τις ίδιες περίπου κεφαλαιακές ανάγκες με τη Λαϊκή, όχι μόνον αφέθηκε να διατηρήσει τον ιδιωτικό της χαρακτήρα αλλά συνέχισε και συνεχίζει να απολαμβάνει την ευνοϊκή διακριτική μεταχείριση της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως συνέβαινε σε όλα τα χρόνια των ελληνικών και διεθνών επενδύσεων στη Λαϊκή, σύμφωνα και με επίσημες καταγγελίες που είχαν γίνει στην κυπριακή Βουλή τον Ιούνιο του 2009».

«Μάλιστα, επειδή οι κεφαλαιακές ανάγκες Λαϊκής-Κύπρου είναι παρεμφερείς και η Λαϊκή είχε κατά 750 εκατ. ευρώ περίπου μεγαλύτερες ζημιές από Ελληνικά Ομόλογα είναι σαφές ότι το δανειακό της χαρτοφυλάκιο παρά τους 17μηνους καταστροφικούς χειρισμούς ήταν και είναι σε καλύτερη κατάσταση από αυτό της Τράπεζας Κύπρου», συμπληρώνει.

Ο κ. Βγενόπουλος αναφέρει ότι «για όλους τους παραπάνω λόγους, μεταξύ πολλών άλλων, η MIG έχει προσφύγει στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας ώστε να ανακτήσει την επένδυσή της στην Λαϊκή ύψους 823,8 εκατ. ευρώ πλέον ζημιών», προσθέτοντας ότι « η ετυμηγορία του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου θα δώσει την τελική απάντηση στους ανθρώπους του πολιτικοοικονομικού κατεστημένου της Κύπρου που οδήγησαν τον κυπριακό λαό και την κυπριακή οικονομία σε μια τραγική και αχρείαστη περιπέτεια και αντί να κοιτούν τον καθρέφτη έχουν το θράσος 17 μήνες μετά την κρατικοποίηση της Λαϊκής να ξαναδείχνουν με το δάχτυλο τους ‘κακούς Έλληνες’».

Στα πλαίσια αυτά, αναφέρει, «είναι απόλυτα σωστή η απόφαση του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας να αναθέσει επιτέλους την διερεύνηση των ευθυνών για την τραγωδία της κυπριακής οικονομίας σε ποινικούς ανακριτές, τερματίζοντας την περίοδο των ανυπόστατων συκοφαντιών, ώστε να αποδοθεί Δικαιοσύνη».

Ο κ. Βγενόπουλος αναφέρει, επίσης, ότι «τα διάφορα άμεσα ή έμμεσα δυσφημιστικά σχόλια που γίνονται από διάφορους Κυπρίους αξιωματούχους, που μάλιστα χωρίς δισταγμό αναφέρονται ακόμη και σε υποθέσεις που έχουν τελεσιδικήσει αθωωτικά στην Ελληνική Ποινική Δικαιοσύνη, έχουν σαν κοινό σημείο την προσπάθειά τους να κρύψουν τις δικές τους ευθύνες, που όμως τελικά δεν θα αποφύγουν».


Αναζήτηση



Copyright © 2010 -

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

ISSN 1986-213X (print) - ISSN 1986-2148 (online)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή, απόδοση του περιεχομένου (κειμένου ή φωτογραφίας) με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφηση ή άλλο, χωρίς τη γραπτή έγκριση ή άδεια της "Φωνής".