Στόχος να πεισθούν Κύπρος-Μάλτα να καταργήσουν πλήρως τα επενδυτικά προγράμματα, είπε ο Επίτροπος Ρέιντερς στο ΕΚ

Στόχος να πεισθούν Κύπρος-Μάλτα να καταργήσουν πλήρως τα επενδυτικά προγράμματα, είπε ο Επίτροπος Ρέιντερς στο ΕΚ

Την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενημέρωσε ο Επίτροπος αρμόδιος για θέματα δικαιοσύνης, Ντίντιερ Ρέιντερς για την απόφαση της Κομισιόν να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει κατά της Κύπρου και της Μάλτας για τα προγράμματα απόδοσης υπηκοοτήτων με αντάλλαγμα επενδύσεις, που τα δύο κράτη λειτουργούσαν μέχρι πρότινος.

Ο Επίτροπος Ρέιντερς ήταν ξεκάθαρος πως παρότι Μάλτα και Κύπρος σκοπεύουν να διατηρήσουν τα προγράμματα αυτά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο στόχος είναι να πεισθούν να τα καταργήσουν ολοκληρωτικά.

Ο Eπίτροπος αναφέρθηκε στην πρόσφατη έκθεση της Κομισιόν για τα σχετικά προγράμματα όλων των κρατών μελών προ σχεδόν ενός έτους και υπενθύμισε ότι με βάση τα τότε ευρήματα είχε ζητήσει εξηγήσεις από τις κυβερνήσεις, αποστέλλοντας επιστολές τον περασμένο Απρίλιο και συναντώντας τους αρμόδιους Υπουργούς προ της πανδημίας.

Ο Επίτροπος σημείωσε ότι η δημοσιότητα που έλαβαν εσχάτως τα προγράμματα και τα σχετικά σκάνδαλα «επιβεβαίωσαν τις υποψίες μας».

Ξεκαθάρισε πως παρότι η υπηκοότητα της ΕΕ είναι και υπηκοότητα των Κρατών Μελών, το Δικαστήριο της ΕΕ έχει γνωματεύσει δεσμευτικά ότι ναι μεν είναι ελεύθερα να καθορίζουν τα κριτήρια απόδοσης ιθαγένειας, μόνο όμως σε ευθεία γραμμή με το κοινοτικό δίκαιο.

Σημείωσε πως η Κομισιόν γνωρίζει πως το τίμημα για τα προγράμματα της Μάλτας και της Κύπρου ήταν από 1 ως 2 εκ. ευρώ ανά υπηκοότητα.

Ξεκαθάρισε ότι η σημερινή κατάσταση υπονομεύει τη εμπιστοσύνη των άλλων Κ-Μ στην κοινή ευρωπαϊκή υπηκοότητα.

Αναλυτικά, στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Επίτροπος Ρέιντερς δήλωσε ότι «πράγματι, το να γίνεις υπήκοος κράτους μέλους συνεπάγεται αυτόματα την απόκτηση ιθαγένειας της Ένωσης, καθώς και όλα τα συγγενικά δικαιώματα. Ένας ξένος επενδυτής που «αγοράζει» την ιθαγένεια ενός κράτους μέλους της Ένωσης μπορεί, στη βάση αυτή, να πάει αμέσως σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος, να ασκήσει οικονομική δραστηριότητα εκεί και να επωφεληθεί από την αρχή της μη διάκρισης μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών σε μια σειρά τομέων».

Μπορεί ακόμη, συνέχισε, «και να συμμετάσχει στη δημοκρατική διαδικασία, ιδίως ασκώντας το δικαίωμα ψήφου και υποψηφιότητας στις ευρωπαϊκές (ή δημοτικές) εκλογές. Εδώ και αρκετά χρόνια, τα προγράμματα αυτά αποτελούν πηγή μεγάλης ανησυχίας, ιδίως για το Κολέγιο και την Κομισιόν».

Όπως είπε, «η Κομισιόν έχει εργαστεί σκληρά σε αυτό το θέμα, καθώς είναι επίσης ευρωπαϊκό ζήτημα, με διακυβευόμενες ευρωπαϊκές αξίες. Τον Ιανουάριο του 2019, δημοσίευσε την πρώτη της έκθεση σχετικά με τα συστήματα υπηκοότητας των επενδυτών και τα συστήματα διαμονής των επενδυτών που λειτουργούν στην ΕΕ. Η έκθεση ανέφερε σαφώς τους εγγενείς κινδύνους τέτοιων συστημάτων, ιδίως όσον αφορά την ασφάλεια, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά. Και από την αρχή της εντολής αυτής της Κομισιόν, έχουμε εκφράσει συνεχώς αυτές τις ανησυχίες με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, προτρέποντάς τους να επανεξετάσουν την απόφασή τους να εφαρμόσουν τέτοια συστήματα», δήλωσε.

«Κυρίες και κύριοι βουλευτές, μια σειρά από πρόσφατα σκάνδαλα στην Κύπρο και τη Μάλτα επιβεβαιώνουν μόνο τις σοβαρές ανησυχίες που έχουμε ήδη εκφράσει στην έκθεσή μας για το 2019. Στην έκθεσή της για το 2019, η Κομισιόν δεσμεύτηκε να παρακολουθήσει τη συμμόρφωση των καθεστώτων που ισχύουν με το δίκαιο της ΕΕ και, εάν χρειαστεί, να λάβει τα απαραίτητα μέτρα. Σήμερα είμαι εδώ για να σας πω ότι η Κομισιόν εκπληρώνει αυτήν τη δέσμευση καθώς αποφάσισε αυτήν την εβδομάδα να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά της ιθαγένειας μέσω επενδυτικών προγραμμάτων που έχουν δημιουργηθεί από την Κύπρο και τη Μάλτα. Η ιθαγένεια της ΕΕ είναι μια συλλογή κοινών δικαιωμάτων που παρέχουν όλα τα κράτη μέλη σε αλληλεγγύη. Μαζί, τα κράτη μέλη δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την απόλαυση της ιθαγένειας της ΕΕ».

Σημείωσε ότι «το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ήταν ξεκάθαρο: Εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να καθορίσει τους όρους απόκτησης και απώλειας της ιθαγένειας. Ωστόσο, όπως έκρινε και το Δικαστήριο, αυτή η αρμοδιότητα πρέπει να ασκείται λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το δίκαιο της ΕΕ».

Η νομοθεσία της ΕΕ, επεσήμανε, «απαιτεί από τα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους, χωρίς να επιβάλλουν άλλη προϋπόθεση. Κατά συνέπεια, η απόφαση να πολιτογραφηθεί ένα πρόσωπο από ένα κράτος μέλος δεν περιορίζεται στη δική του δικαιοδοσία και δεν είναι ουδέτερη σε σχέση με άλλα κράτη μέλη. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να χρησιμοποιούν τα προνόμιά τους για να χορηγούν την ιθαγένεια λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το δίκαιο της ΕΕ, και ιδίως την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας, η οποία ορίζεται στις Συνθήκες».

Ένα κράτος μέλος «αποτυγχάνει σε αυτήν την υποχρέωση, όταν θεσπίζει ένα σύστημα που παρέχει συστηματικά πολιτογράφηση, ελλείψει πραγματικής σχέσης με αυτό το κράτος και μόνο με βάση μια χρηματοοικονομική επένδυση, ή - με άλλα λόγια, όπου διατίθενται διαβατήρια», τόνισε.

«Αξιότιμοι βουλευτές, σε διάστημα μόλις δύο ετών, η Κύπρος και η Μάλτα έχουν πολιτογραφήσει αρκετές χιλιάδες άτομα με βάση τα σχέδιά τους. Η τιμή ενός ευρωπαϊκού διαβατηρίου σε αυτά τα κράτη μέλη κυμαίνεται μεταξύ 1 εκατομμυρίου και 2 εκατομμυρίων ευρώ. Αυτά τα συστήματα υπηκοότητας των επενδυτών υπονομεύουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών στις διαδικασίες πολιτογράφησης των άλλων. Αυτή η εμπιστοσύνη αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματική απόλαυση των δικαιωμάτων υπηκοότητας της ΕΕ. Υπονομεύοντας αυτήν την εμπιστοσύνη, αυτά τα συστήματα απειλούν την ακεραιότητα της ιθαγένειας της ΕΕ και την ορθή λειτουργία της και παραβιάζουν την αρχή της ειλικρινής συνεργασίας. Κυρίες και κύριοι βουλευτές, η Μάλτα φαίνεται ότι έχει δεσμευτεί να αντικαταστήσει το ισχύον καθεστώς με ένα νέο πρόγραμμα, εκ των προτέρων σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητο. Και η Κύπρος, ενώ η κυβέρνηση ανακοίνωσε τη λήξη του τρέχοντος καθεστώτος στο εγγύς μέλλον, συζητείται ήδη η θέσπιση ενός νέου προγράμματος.

Αλλά το ερώτημα, είναι πολύ σημαντικό για να περιμένουμε το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας. Λαμβάνουμε τώρα μέτρα για να δείξουμε την αποφασιστικότητα και τη δέσμευσή μας να μην αποδεχθούμε την ιθαγένεια της Ένωσης που διατίθεται στο εμπόριο ως απλό αγαθό», δήλωσε.

«Νομίζω ότι μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε σε ένα σημαντικό σημείο. Οι αρχές και οι αξίες της Ένωσης αποδυναμώνουν εάν η ένταξη στο ευρωπαϊκό σχέδιο, τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτό και η συμμετοχή στη δημοκρατική του ζωή αποτελούν αντικείμενο μιας απλής οικονομικής συναλλαγής», τόνισε ο Επίτροπος μεταξύ άλλων.

Eπίτροπος Ρέιντερς: Τα δικαστήρια θα κρίνουν την αποστέρηση υπηκοότητας, δεν είμαστε ακόμα εκεί

Η αποστέρηση υπηκοοτήτων είναι ένα ζήτημα, που θα πρέπει να αποφασιστεί από τις δικαστικές αρχές, αλλά δεν βρισκόμαστε ακόμα σε αυτό το στάδιο, τόνισε ο Επίτροπος Ρέιντερς κατά τη δευτερολογία του στη ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τα λεγόμενα προγράμματα πώλησης “χρυσών διαβατηρίων”, από Κράτη Μέλη της ΕΕ.

Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο των τοποθετήσεων, που ακολούθησαν την εισαγωγική τοποθέτηση του Επιτρόπου, οι πολιτικές ομάδες του ΕΛΚ, των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, των Φιλελευθέρων, των Πρασίνων και της Ενωτικής Αριστεράς, ζήτησαν σε γενικές γραμμές έλεγχο, λογοδοσία και τερματισμό των εν λόγω προγραμμάτων. Ωστόσο οι τοποθετήσεις αυτές δεν επηρεάζουν τη διαδικασία επί παραβάσει, όπως ορίζεται στις Συνθήκες της ΕΕ και την οποία κινεί η Κομισιόν.

Συγκεκριμένα στη δευτερολογία του ο Επίτροπος τόνισε ότι η Κομισιόν συμμερίζεται τις ανησυχίες που εκφράστηκαν σχετικά με τα επενδυτικά προγράμματα υπηκοότητας και διαμονής. “Η Κομισιόν έχει επανειλημμένα εκφράσει αυτές τις ανησυχίες, συμπεριλαμβανομένου επί αυτού του Κοινοβουλίου. Μερικοί από εσάς θα θέλατε την Κομισιόν να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει νωρίτερα. Η Κομισιόν προσπάθησε αρχικά να βρει πολιτική λύση, βασισμένη σε διάλογο με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Η συνέχιση των εν λόγω προγραμμάτων μας υποχρεώνει σήμερα να ξεκινήσουμε διαδικασίες επί παραβάσει”, σημείωσε ο Ρέιντερς.

“Κυρίες και κύριοι, η Κομισιιόν θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τις αξίες και τα δικαιώματα που συνδέονται με την ιθαγένεια της Ένωσης. Μπορείτε να βασιστείτε στην πλήρη και πλήρη δέσμευσή του, καθώς και στην προσωπική μου δέσμευση να υπερασπιστώ μια κοινή ευρωπαϊκή ιθαγένεια, που βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Αυτές οι αξίες δεν είναι προς πώληση και η Κομισιόν αναλαμβάνει τις ευθύνες της για να τις εμποδίσει να πουληθούν”, ξεκαθάρισε.

Νωρίτερα, κατά την εισαγωγή του και αναφερόμενος στη Βουλγαρία, η οποία εφαρμόζει επίσης ένα πρόγραμμα υπηκοότητας επενδυτών, δήλωσε ότι η Κομισιόν απέστειλε επιστολή στις βουλγαρικές αρχές, προτρέποντας τους να σταματήσουν το καθεστώς τους στο πλαίσιο μιας τρέχουσας εθνικής νομοθετικής διαδικασίας για την αλλαγή του νόμου περί βουλγαρικής ιθαγένειας. Ζητήσαμε επίσης πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα.

“Η Κομισιόν θα προβεί σε διαδικασία παράβασης κατά της Βουλγαρίας, εάν είναι απαραίτητο”, είπε. “Τέλος, η Κομισιόν δεν έχει ξεχάσει τα καθεστώτα που παρέχουν στους ξένους επενδυτές πρόσβαση σε άδειες διαμονής, που ονομάζονται επίσης χρυσή visa”.

“Ενώ τα συστήματα «χρυσών θεωρήσεων» δεν εγείρουν τα ίδια νομικά ζητήματα με τα συστήματα που οδηγούν στην απόκτηση ιθαγένειας στην ΕΕ, υπάρχει συχνά στενή αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο τύπων συστημάτων, καθώς η διαμονή μπορεί να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση ιθαγένειας. Οι περισσότεροι από τους εγγενείς κινδύνους τέτοιων συστημάτων, όπως όσον αφορά την ασφάλεια, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη διαφθορά, είναι οι ίδιοι. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών με έγκυρη άδεια διαμονής στην ΕΕ μπορούν να ταξιδεύουν ελεύθερα, ιδίως στον χώρο Σένγκεν. Αυτό σημαίνει ότι εάν ένα κράτος μέλος δεν εφαρμόσει τους απαραίτητους ελέγχους ασφαλείας, άλλα κράτη μέλη μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά. Τα κράτη μέλη πρέπει επομένως να διασφαλίσουν ότι λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη των κινδύνων ασφάλειας, διαφθοράς, φοροδιαφυγής και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Πρέπει επίσης να εφαρμόσουν αυστηρά και διαφανή κριτήρια για τον εντοπισμό και την καταπολέμηση του εγκλήματος και της διαφθοράς”, τόνισε ο Επίτροπος.

“Η Κομισιόν έχει εκφράσει τις ανησυχίες της σχετικά με τους κινδύνους που ενυπάρχουν στα συστήματα διαμονής και για το γεγονός ότι αυτοί οι κίνδυνοι δεν περιορίζονται επαρκώς από τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη.Σε αυτό το πλαίσιο συνεχίζει να παρακολουθεί στενά αυτά τα συστήματα και την εφαρμογή τους, προκειμένου να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με το δίκαιο της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης διενέργειας όλων των υποχρεωτικών ελέγχων στα σύνορα και ασφαλείας, σύμφωνα με το κεκτημένο της ΕΕ πριν από την έκδοση οποιασδήποτε άδειας”.

Το ίδιο, είπε, “ισχύει και για καθεστώτα ιθαγένειας που εφαρμόζονται από τρίτες χώρες – συμπεριλαμβανομένων ορισμένων υποψηφίων χωρών – που έχουν πρόσβαση χωρίς θεώρηση στην Ένωση. Η πρόσβαση αυτή δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως εργαλείο μάρκετινγκ για την προσέλκυση χρημάτων με αντάλλαγμα την ιθαγένεια”.

Μετά την έγκριση της έκθεσής της για τον Ιανουάριο του 2019, πρόσθεσε, “η Κομισιόν ζήτησε πληροφορίες και εξέφρασε ανησυχίες σε όλες τις τρίτες χώρες που απαλλάσσονται από την υποχρέωση θεώρησης που λειτουργούν ή σχεδιάζουν την ιθαγένεια από επενδυτικά προγράμματα , και αυτό σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης. Ως αποτέλεσμα, ορισμένες χώρες έχουν ήδη καταργήσει τα καθεστώτα τους και άλλες έχουν ολοκληρώσει τα σχέδιά τους”.

Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε στενά το θέμα, προκειμένου να εκτιμήσουμε τυχόν πιθανούς κινδύνους ασφάλειας που σχετίζονται με αυτά τα καθεστώτα, κατέληξε.

Πηγή: ΚΥΠΕ




Αναζήτηση