Οι Τουρκοκύπριοι της Λεμεσού


retro-tourkokyprios-mpaklavatzis

Η ιστορία της τουρκοκυπριακής κοινότητας

Στα δυο προηγούμενα τεύχη είδαμε κάποια σοβαρά επεισόδια που συνέβησαν το 1912 στη Λεμεσό μεταξύ των δυο κύριων σύνοικων στοιχείων της πόλης. Τα πρώτα σοβαρά ουσιαστικά στην Κύπρο μετά την τουρκοκρατία. Μια αρνητική πρωτιά της Λεμεσού ανάμεσα στις εκατοντάδες θετικές.

Μέρος πρώτο
Πόσοι όμως ξέρουμε έστω και στοιχειωδώς την ιστορία της τουρκοκυπριακής κοινότητας σ’ αυτή την πόλη; Ακόμα και οι παλαιότεροι, που έζησαν τη Λεμεσό πριν το 1974, γιατί για τους νεώτερους δεν το συζητούμε.

Θα επικαλεσθούμε λοιπόν εδώ κυρίως δυο παλιά αλλά σημαντικά βιβλία για την ιστορία της Λεμεσού, το βιβλίο του Κώστα Πιλαβάκη «Η Λεμεσός σε άλλους καιρούς», (έκδοση του 1977) και του Ξενοφώντος Φαρμακίδη «Ιστορία της Λεμεσού» (έκδοση του 1942), ο οποίος ασχολήθηκε κυρίως όσον αφορά σε κάποιες τουρκοκυπριακές συνοικίες για το θέμα μας.

Να διευκρινίσω ότι κάποιες μόνο πτυχές και πολύ περιληπτικά αγγίζουμε το θέμα και ότι όσοι ενδιαφέρονται για περισσότερα, εκτός από την άλλη βιβλιογραφία, πως έχει εκδοθεί πρόσφατα ένα αρκετά κατατοπιστικό βιβλίο και με πλούσιο φωτογραφικό υλικό σε τρεις γλώσσες μάλιστα (ελληνικά τουρκικά και αγγλικά) από δυο τουρκοκύπριους λεμεσιανούς- τους αδελφούς Ozay και Selcuk Akif- με τίτλο «Ηχώ από τα παλιά. Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα της Λεμεσού και η κληρονομιά της» και κάποιες πληροφορίες θα αντλήσουμε και από αυτό.

Ο Κώστας Πιλαβάκης γράφει λοιπόν:
«ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ»
Το ελληνικό στοιχείο ήταν πάντα πολυπληθέστερο στη Λεμεσό. Οι Τούρκοι στην αρχή της Αγγλικής Κατοχής ήταν κάπου 2000 έναντι 4000 Ελλήνων. Κατοικούσαν στο δυτικό μέρος της πόλης οι περισσότεροι πέρα από την κοίτη του Γαρύλλη σε φτωχόσπιτα τον καλούμενο Τουρκομαχαλλά. Λίγοι βρίσκονταν και σε ελληνικές συνοικίες, τα Κκεσογλούδκια, όπου σήμερα η Πλατεία Ηρώων, ή την Τζαμούδα.

Όπως παρατηρούσαν οι ξένοι επισκέπτες οι Τούρκοι από οικονομική άποψη και μόρφωση υστερούσαν των Ελλήνων. Ακολουθούσαν ορισμένα επαγγέλματα, όπως παπλωματάδες, καλλικάδες, πωλητές «γλυκών»-σ’ιάμι-σ’ι, χαλβά, σϊάμαλι-ή γιαουρτιού σε κεσέδες που το περιέφεραν πάνω σε μεγάλο στρογγυλό δίσκο τοποθετημένο στο κεφάλι τους και το διαλαλοϋσαν -«γάλαν όξινον»- στις ελληνικές συνοικίες. Τούρκοι επίσης είχαν τα λουτρά-χαμάμ το ένα στο κέντρο της πόλης (στην πλατεία των Κκεσογλουδκιών). Στην πάνω αγορά της Κουναπιάς - εκθέτουν και Τούρκοι χασάπηδες και μανάβηδες. Εκεί κοντά-όχι μακριά από το Τελωνείο και την αποβάθρα- είναι και τα τούρκικα μαγέρικα, όπου φτειάχνουν ορεχτικά σουβλάκια και την περίοδο του Ραμαζανιού, τον ολόγλυκο μπακλαβά, που για να τον γευτούν οι δικοί μας «κάνουν ολόκληρη ουρά», όπως γράφει η Τερέζα Χατζηπαύλου.

Οι Τούρκοι περβολάρηδες στα Τσιφλικούδια ή άλλα περιβόλια παράγουν ωραία φρούτα και λαχανικά, που βραβεύονται κάποτε στις Γεωργικές Εκθέσεις (έτος 1905). Τούρκοι, με την εύνοια της Αγγλικής Κυβέρνησης περισσότερο, παίρνουν αρκετές θέσεις κυβερνητικές, ιδίως στην Αστυνομία, οπού υπερτερούν σε αριθμό κατά πολύ των Ελλήνων. (Οι δικοί μας απέφευγαν το επάγγελμα για να μην φορούν φέσι).

Η επικοινωνία των δυο στοιχείων ήταν ελεύθερη. Οι Έλληνες κυκλοφορούσαν άφοβα στις τουρκικές συνοικίες, το ίδιο και οι Τούρκοι στις ελληνικές. Οι λίγοι Τούρκοι έμποροι συνεργάζονταν με τους δικούς μας και οικονομικώς οι περισσότεροι ήταν εξαρτημένοι από τους Έλληνες. Σε λίγες περιπτώσεις Τούρκοι έστελλαν τα παιδιά τους στα σχολεία μας για να μάθουν Ελληνικά. Και είναι νόστιμη η περίπτωση ενός παιδιού Τούρκου που την Πρωτοχρονιά ευχήθηκε στον πατέρα μου Αριστόδημο Πηλαβάκη, διευθυντή του Δημοτικού, «πάσαν ατομικήν και εθνικήν ευτυχίαν». Ήταν η Πρωτοχρονιά του έτους 1912 κατά το όποιο έγινε ο ελληνο-τουρκικός πόλεμος. Από το κοντύλι που ψήφιζε κάθε χρόνο η Δημοτική Επιτροπή έπαιρναν το μερίδιο τους και οι Τούρκοι φτωχοί. Σ αυτούς έδιναν κάποιο βοήθημα και τη γιορτή του Ραμαζανιού.

Μικροκαβγάδες - κάποτε για γυναίκες - δεν έλειπαν βέβαια μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων δεν ήταν όμως συχνότεροι από τους καβγάδες μεταξύ των ιδίων των Ελλήνων.»

Τουρκοκυπριακές ενορίες της πόλης
Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας (1878-1960) υπήρχαν οι εξής πέντε ενορίες στην Τουρκοκυπριακή (ΤΚ) περιοχή της Λεμεσού, η κάθε μια με τον μουχτάρη (κοινοτάρχη) της που τον διόριζε ο Έπαρχος Λεμεσού:
1. Ενορία Djami Jedit (Νέο Τζαμί)
2. Ενορία Αρναούτ
3. Ενορία Koseoglu (γνωστή στους Ελληνο-κυπρίους - ΕΚ - ως Κεσσουγλούδκια)
4. Ενορία Chiftlikler (γνωστή ως Τσιφλικούδια)
5. Ενορία Ayandon, δηλαδή του Αγίου Αντωνίου (λόγω της ομώνυμης ορθόδοξης εκκλησίας).

Είναι δεδομένο, και το αποδέχονται πολλοί ιστορικοί, ότι στα πλείστα μέρη οι κοινωνίες αναπτύχθηκαν κοντά, ή γύρω από τόπους λατρείας. Στη Λεμεσό οι Τουρκοκύπριοι τεχνίτες και έμποροι ήταν συγκεντρωμένοι στην περιοχή ανάμεσα στα τζαμιά Jedit (στη σημερινή οδό Αγκύρας) και Kebir (Μεγάλο Τζαμί, στο τέλος της σημερινής οδού Ζιγκ-Ζάγκ) και η συνήθεια αυτή συνέχισε για πολλά χρόνια. Η κίνηση στην ενορία Αρναούτ ήταν συγκεντρωμένη γύρω από το Τζαμί Αρναούτ κοντά στη Γέφυρα Τέσσερα Φανάρια, που ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο κέντρο εμπόρων και μαστόρων μετά το Τζαμί Τζετίτ.

Η συνέχεια στο επόμενο.


Αναζήτηση



Copyright © 2010 -

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

ISSN 1986-213X (print) - ISSN 1986-2148 (online)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή, απόδοση του περιεχομένου (κειμένου ή φωτογραφίας) με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφηση ή άλλο, χωρίς τη γραπτή έγκριση ή άδεια της "Φωνής".