Μάγισσες και… «ξωτικά» στη Λεμεσό

retro stavrodromi viktorias

Αρχές 20ου αιώνα

Επανερχόμαστε και πάλι στον Ευστάθιο Παρασκευά για να θυμηθούμε μαζί του μέσα από τις «παλαιές» του «αναμνήσεις» για πράγματα και θαύματα άλλων εποχών για τη Λεμεσό.

Λεπτομερείς περιγραφές άφησε ο παλιός αυτός λεμεσιανός μέσα από σειρά άρθρων που δημοσίευε με το ψευδώνυμο «Παλαίμαχος», στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού στη δεκαετία του 1930, με τον γενικό τίτλο «Παλαιαί αναμνήσεις». Αποτελούσαν αναμνήσεις του από το 1869 που δέκα σχεδόν χρονών παιδάκι ήρθε από το Πισσούρι στη Λεμεσό για να φοιτήσει στο τότε «Αλληλοδιδακτικό Γυμνάσιο».

Τις αναμνήσεις αυτές ο γράφων τις μάζεψε και μαζί και με κάποια σχετικά άρθρα τού επίσης παλιού λεμεσιανού σημαντικού διανοούμενου λαογράφου Ξενοφώντος Φαρμακίδη, τις έκανε βιβλίο με δική του επιμέλεια και εκτενή εισαγωγή με τίτλο «Ευστάθιου Παρασκευά – Παλαιμάχου, Παλαιαί αναμνήσεις. Η Λεμεσός κατά τον 19ον αιώνα», σε έκδοση του τοπικού τότε ραδιοσταθμού της Λεμεσού «Καναλι 986» και σήμερα Καναλι 6. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το κεφάλαιο «Νοοτροπίαι και συνήθειαι άλλοτε εν Κύπρω» και η χρονολογία που αναφέρεται είναι το 1870.

Με τον τίτλο ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΑΓΙΣΣΕΣ μας διηγειται ο Παρασκευάς:

«Σήμερον, θα σας ομιλήσω μερικά επεισόδια των παλλικαράδων και άδελφοπητών Επαμεινώνδα, Γιοργάκη και Νικόλα, για τους οποίους ανέφερα εις τα προηγούμενα μου.

Την εποχήν αυτήν υπήρχαν εις Λεμεσόν μερικές γυναίκες που έκαμναν μαγιές και δια να επιτύχουν ακολουθούσαν ένα διαβολικό τρόπο, τον όποιον μου διηγήθησαν και σας τον παραθέτω.

Μετά τα μεσάνυχτα οι μάγισσες αυτές εγυμνώνοντο άνοιγαν τα μαλλιά τους και τα έρριπταν μπρος στο πρόσωπο τους, εκαβαλλίκευαν ένα καλάμι και εκρατούσαν στο χέρι ένα κτένι του λιναργιού. Σ’ αυτήν την θέσιν έβγαιναν έξω στον δρόμο και σε κάθε σταυροδρόμι έτρεχαν σαν δαιμονισμένες. Εάν τυχόν εύρισκαν κανένα στο δρόμο ορμούσαν κατ’ επάνω του και τον κτυπούσαν. Αυτός δε νομίζοντας πώς ήτο διάβολος έφευγε καταφοβισμένος.

Οι άνω ήρωες μας το έμαθαν. Δεν έχασαν καιρόν και εκρύφθησαν μερικές νύχτες δια να τες συλλάβουν. Πράγματι μίαν νύκτα που μία από τις μάγισσες έτρεχεν εις ένα σταυροδρόμι εβγήκαν από τον ... κρύπτη τους και την συνέλαβαν. Άλλην νύκτα συνέλαβαν μιαν άλλην και σιγά - σιγά όλες. Από τότε δεν ξαναβγήκαν πλέον και έτσι ησύχασεν ο κόσμος πού κανείς δεν τολμούσε να βγή έξω, αφού και αυτοί οι ζαπτιέδες εφοβούντο, τας εθεωρούσαν σατανάδες. Φαίνεται όμως ότι οι μάγισσες αυτές ευρήκαν άλλον τρόπον να ζητούν όπως ο διάβολος ευλογεί τα μάγια τους, εγώ δε ο ίδιος μικρός τον είδα με τα μάτια μου τον τρόπον αυτόν και σας τον διηγούμαι.

Μιαν νύκτα ολίγον αργά με έστειλαν να φέρω κρασί από τον Πουλλήν τον Μπογιατζή εις την σημερινήν οδόν Ελευθερίας. Εκεί στο σταυροδρόμι μεταξύ των δρόμων Βικτωρίας και Ελευθερίας βλέπω στο μέσον του δρόμου μιαν φωτιάν, εφοβήθηκα και άρχισα να κλαίω και να φωνάζω. Εκεί κοντά, ήτο το σπίτι του Νικόλα Σήττα, του εκ των ανωτέρω παλληκαράδων, ο οποίος άκουσε τες φωνές μου και έτρεξε κοντά μου. Μου λέγει μην φοβάσαι και εκλώτσισε την φωτιά η οποία έσβυσε. Τι νομίζετε ότι είδαμεν. Μιαν μεγάλην κουλλούραν από ζυμάρι που να χωρεί να περάσει παιδί δύο χρονών εις το μέσον της κουλλούρας αυτής χαμαί ήτο ένας τετράγωνος λύχνος επίσης καμωμένος από ζυμάρι γεμάτος από λάδι και άναπτε. Αφού τα επήρεν στο χέρι του ο Νικόλας μου είπεν ότι είνε νέες μέθοδοι που μεταχειρίζονται οι μάγισσες, αλλά δεν θα μου ξεφύγουν, θα τες πιάσω. Ως έμαθα δεν το κατόρθωσε ούτε αυτός ούτε οι αδελφοπητοί του διότι δεν ετόλμησαν να το ξανακάμουν, έμαθαν φαίνεται ότι τες παραμόνευαν.»

Στη συνέχεια, στο ίδιο κεφάλαιο ο Παρασκευάς μας δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις ενδυματολογικές προτιμήσεις αυτών των παλληκαράδων:

«Η ΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΠΑΛΛΗΚΑΡΑΔΩΝ»
Η στολή των παλληκαράδων ήτο δι’ όλους η αυτή - ήτο πολύ γραφική και σας δίδω μιαν ιδέαν αυτής. Εφορούσαν φέσι που ήτο πάντοτε «καλουπιασμένο» και είχε μίαν φούνταν, μεταξωτήν και μακρυάν, έφθανε ως τους ώμους, το υποκαμισον είχε την εμπροστινήν αμπάσταν πλατειά 4 δάκτυλα και κεντημένην, παραπλεύρως αυτής είχε 3 αμπάστες στενές και κατόπιν μιαν φαρδειάν ενός δακτύλου.

Το γελέκον ήτο από τσόχαν μαύρην καλήν με κλαδιά καμωμένα από «ίμπρισίμι» (μετάξινη κλωστή χονδρή) είχε κουμπιά μεγάλα μεταξωτά μαύρα που τα έρραπτε τότε με μεγάλην τέχνην κάποιος, Κωνσταντής ράπτης του οποίου το μαγαζί ήτο είς την διασταύρωσιν των οδών Αγ. Ανδρέου και Μακεδονίας όπου σήμερον είναι η κατοικία του κ. Αντ. Αγγελούδη. Απ’ επάνω από το γελέκο εφορούσαν μιαν «σάρκαν» από τσόχαν μαύρην με κεντήματα από μεταξωτήν κλωστήν κόκκινην, η σάρπα και το γελέκο απείχον από την ζωνην 2 δάκτυλα δια να φαίνεται το υποκαμισον. Τόση σημασία εδίδετο εις το γελέκο ώστε μερικοί οικονο- μικώς καλά, παρήγγελλαν και έφερναν από την Σμύρνην από βελούδο μεταξωτόν χρώματος κόκκινου και ουρανί τα οποία εστοί- χιζαν 3 εικοσόφραγγα το ένα. Εφορούσαν ζωνην και ταραπουλούζιν από μετάξι και εστοίχιζε 2-3 εικοσόφραγκα. Αντί παντελόνια εφορούσαν βράκες με κανονικές τσάκισες• από μέσα το εσώβρακον ήτο επίτηδες κατασκευασμένον ογκώδες και με τρόπον να εξογκώνεται ώστε η βράκα να σχηματίζη τρεις «βάκλες» (ουρές) μίαν εις το πίσω μέρος και ανά μίαν εις έκαστον γόνατον προς τα εμπρός. Το απαραίτητο πουντζί με καπνόν ήτο καμωμένον από ρούχο κεντημένον από μετάξι χρυσόν είχε μεταξωτά κορδόνια και φλοκάκια και εκρέμμετο εις το αριστερόν πλευρόν από την ζώνην.

Με την στολήν αυτήν ήσαν οι δανδήδες της εποχής (1870 και κατόπιν), εφρόντιζαν να ντύνωνται καλά και με χάριν, μάλιστα εφορούσαν χιώτικες βράκες που τες έφερναν από τα Τουρκικά μέρη, διότι τους ήρεσαν πολύ όταν είδαν μερικούς ναύτες ενός ελληνικού πλοίου που φορούσαν απ’ αυτές χρώματος μπλού και σιδερωμένες με ένα γυάλινον εργαλείον το οποίον έφεραν και οι εδώ μπογιατζήδες. Οι κάλτσες τους ήταν κεντημένες εις τα πλάγια από μαλλιά χρωματιστά και τα παπούτσια τους ήσαν «αλασυργιανά» δηλαδή σκαρπίνια που είχαν ειδικόν σχήμα εις το μπροστινόν άκρον. Ο στολισμός όμως αυτός δεν είχε καμμίαν αξίαν εάν δεν υπήρχε εις την μέσην το μαχαίρι το κρητικό με μανίκι από φίλτισι. Έτυχε να δω ένα από αυτά τα μαχαίρια και μου έκαμεν εντύπωσιν ένα δίστιχο που ήταν χαραγμένον πάνω εις την κουρτέλλαν του.

Το ενθυμούμαι και σας το αναφέρω: «Μόνος μου θα θανατωθώ με τούτον το μαχαίρι Μάδια μου εάν δεν αξιωθώ για να σε κάμω ταίρι.»





Αναζήτηση