• Αρχική
  • Ρετρό
  • Ο Ευστάθιος Παρασκευά – «Παλαίμαχος» και η ζωή του

Ο Ευστάθιος Παρασκευά – «Παλαίμαχος» και η ζωή του

retro eustathios paraskevas

1860-1943

Από αυτήν εδώ τη σελίδα για την ιστορία της Λεμεσού συχνά επικαλούμαστε η δημοσιεύουμε αποσπάσματα από το βιβλίο, «Ευστάθιου Παρασκευά – Παλαιμάχου, Παλαιαί αναμνήσεις.

Η Λεμεσός κατά τον 19ον αιώνα» που έκανα το 1996 σε έκδοση του ραδιοσταθμού Καναλι986 (τότε).

Πρόκειται για λεπτομερείς περιγραφές μας άφησε ο παλιός αυτός λεμεσιανός μέσα από σειρά άρθρων που δημοσίευε με το ψευδώνυμο «Παλαίμαχος», στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού στη δεκαετία του 1930, με τον γενικό τίτλο «Παλαιαί αναμνήσεις». Αποτελούσαν αναμνήσεις του από το 1869 που δέκα σχεδόν χρονών παιδάκι ήρθε από το Πισσούρι στη Λεμεσό για να φοιτήσει στο τότε «Αλληλοδιδακτικό». Τις αναμνήσεις αυτές ο γράφων τις μάζεψε και μαζί και με κάποια σχετικά άρθρα τού επίσης παλιού λεμεσιανού σημαντικού διανοούμενου λαογράφου Ξενοφώντος Φαρμακίδη, τις έκανε βιβλίο με δική του επιμέλεια και εκτενή εισαγωγή με τίτλο.

Είναι λοιπόν καιρός να γνωρίσουμε καλύτερα τον σπουδαίο για την ιστορική μνήμη αυτής της πόλης παλιό, λεμεσιανό, αναφέροντας μερικά μόνο πράγματα από τη ζωή του.

Ο Ευστάθιος Παρασκευάς γεννήθηκε το 1860 στο Πισσούρι της Επαρχίας Λεμεσού και πέθανε το 1943, λίγες μόνο μέρες πριν ανατείλει το 1944 στη Λεμεσό. Ο θάνατος του αγγέλθηκε στις τοπικές εφημερίδες της εποχής, στον μεν «Χρόνο» στις 8 Ιανουαρίου 1944 στον δε «Παρατηρητή» στις 5 Ιανουαρίου ως εξής: «Πένθη. Μετέστη προς Κύριον ένας ευσεβής και φιλήσυχος συμπολίτης μας ο ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ και εκηδεύθη εις τον Ιερόν Ναόν Λγ. Νάπας με ενδείξεις συμπαθείας και εκτιμήσεως.

Ό μεταστάς κατήγετο εξ εκλεκτής και ευπόρου οικογενείας του χωρίου Πισσουρίου της επαρχίας μας. Κατά τα πρώτα έτη του σταδίου του μετήρχετο το επάγγελμα εμπόρου τοπικών προϊόντων. Εχρημάτισε μέλος της επιτροπής επανακτιμήσεως των ακινήτων της πόλεως μας, ειργάσθη δε και ως ζυγιστής εις το Δημαρχείον. Εκ της πείρας που απεκόμισε εκ της εργασίας αυτής συνέγραψε και ειδικόν βιβλιάριον διά τον ακριβή τρόπον του ζυγίσματος.

Υπήρξε τύπος ευθύτατου και εντίμου ανθρώπου. Είχε τεραστίαν μνήμην και διηγείτο πάντοτε διά πρόσωπα, που έζησαν τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, διά πράγματα και ιστορικά συμβάντα της πόλεως μας. Ό μεταστάς ήτο η ζώσα Ιστορία της Λεμεσού».

Στα σημειώματα του βρίσκουμε πολλές άμεσες και έμμεσες πληροφορίες για τον ίδιο και για τον πατέρα του. Από τα 55 συνολικά σημειώματα που περιλαμβάνουν τις αναμνήσεις του στα 21 από αυτά υπάρχουν πληροφορίες είτε άμεσες, (σε πρώτο πρόσωπο), είτε έμμεσες, (αναφερόμενες στον «Ευστάθιο Παρασκευά» σαν να πρόκειται για άλλο πρόσωπο από τον συγγραφέα), και ακόμη, στον πατέρα του ή τον «Νικολή Παρασκευά» που ασφαλώς είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Γι’ αυτό διαβάζοντας κανείς τα γραφτά του ξετυλίγει συγχρόνως σιγά - σιγά και τα στοιχεία της πολυποίκιλης και γεμάτης δράση ζωής του.

Πατέρας του Ευστάθιου ήταν ο Νικόλας Παρασκευά από το Βουνί Λεμεσού. Όμως, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος στο σημείωμα του της 6ης Μαρτίου 1936, σε ηλικία 2 ετών τον έφερε στο Πισσούρι ο «Κροίσος» της εποχής, έμπορος, κτηματίας και τοκιστής Χ» Γιάννης Ρωσσίδης, καταγόμενος από την Αγ. Φύλα, που αφού τον υιοθέτησε, του έμαθε στοιχειώδη γράμματα και τον έκανε βοηθό και γραμματέα - λογιστή του.

Το 1869 σε ηλικία δηλαδή 9 χρονών, ο πατέρας του στέλλει τον μικρό Ευστάθιο στη Λεμεσό, για να συνεχίσει το σχολείο στο εκεί «αλληλοδιδακτικό» δημοτικό σχολείο.

Το 1873 «προβιβάσθηκε» από το δημοτικό στο «σχολαρχείο» ή ελληνικό σχολείο που από το 1870 αναλαμβάνει τη διεύθυνση ο «Μέγας Δάσκαλος», Ανδρέας Θεμιστοκλέους. Το 1873 εξάλλου έρχεται από τη Βάσα και διορίζεται ως βοηθός του Θεμιστοκλέους ένας άλλος επιφανής πολίτης της Λεμεσού, ο Αριστοτέλης Παλαιολόγος που το 1879, ιδρύει και την εφημερίδα «Αλήθεια» στην οποία 55 χρόνια μετά δημοσιεύει τις αναμνήσεις του ο Ευστάθιος.

Το 1876 σε ηλικία 17 χρόνων, μας λέει ότι «εμπορευόμενος διάφορα προϊόντα του τόπου, ηγόραζε και μεταπωλούσε τυριά εις Λεμεσόν».

Το 1876 εργάζεται στο ναυλομεσιτικό γραφείο του Χριστόδουλου Καρύδη ο οποίος δύο χρόνια μετά, με τον ερχομό της αγγλικής κατοχής γίνεται ο πρώτος έλληνας δήμαρχος Λεμεσού.

Το 1878 λίγες μέρες πριν από τον ερχομό των άγγλων στη Κύπρο ο Παρασκευάς αναλαμβάνει «μεμμούρης» (δηλ. φοροθέτης - επιμετρητής των ποσοτήτων των προϊόντων που εδεκατίζοντο για την φορολογία της δεκάτης) στην περιοχή της Ανώγυρας και του Αγ. Θωμά.

Το 1879 αφού οι άγγλοι παύουν πλέον να ενοικιάζουν τη φορολογία των δεκατειών σε ιδιώτες χάνει τη δουλειά του «μεμμούρη» και εμπορεύεται χαρούπια στο Πισσούρι. Την ίδια χρονιά τον βρίσκουμε στη Λεμεσό όπου και πάλιν ο Χρ. Καρύδης ως εργολάβος τον προσλαμβάνει υπάλληλο και του αναθέτει να παραλαμβάνει πέτρες που έφερναν οι αμαξάρηδες για το κτίσιμο του Διοικητηρίου, στο χώρο που αργότερα έγινε το τελωνείο της Λεμεσού στο παλιό λιμάνι. Από τότε και για πολλά χρόνια μετά ο Ευστάθιος Παρασκευά ζει μεταξύ Λεμεσού και Πισσουρίου κάνοντας πότε τον έμπορο χαρουπιών, πότε τον γεωργό ενώ πριν το 1894 μετατρέπει το πατρικό του σπίτι σε χάνι και καφενείο στη γωνία των οδών Βικτωρίας (τώρα οδός Ειρήνης) και Σπάρτης Την επαγγελματική του ζωή την τελειώνει ως υπάλληλος ζυγιστής του Δημαρχείου Λεμεσού.

Η ακριβής χρονολογία που παντρεύτηκε δεν μας είναι γνωστή. Σίγουρα όμως αυτό έγινε μετά το 1894, (σε ηλικία σχετικά μεγάλη για την εποχή εκείνη), αφού στην αφήγηση του για τις πλημμύρες στη Λεμεσό την χρονιά εκείνη, αναφέρει πως έτρεξε έφιππος να σώσει την παντρεμένη αδελφή του με το παιδί της χωρίς να αναφέρεται σε ύπαρξη δικής του οικογένειας.

Όταν όμως παντρεύεται, παίρνει για σύζυγο μια από τις πιο «πολύφερνες» νύφες της εποχής. Τη μοναχοκόρη του δικαστή Δημητρίου I. Ρωσσίδη. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαία που ο «Παλαίμαχος» αναφέρει σε πολλά από τα σημειώματα του τον Δ. Ρωσσίδη, αφού εκτός από τον απεριόριστο σεβασμό που φαίνεται ότι τρέφει σ’ αυτόν είναι και πενθερός του. Σε ένα μάλιστα από αυτά αναφέρει ρητά: ...«ημείς συνδεόμενοι δια συγγενικών δεσμών μετ’ αυτού», (του Δ. Ρωσσίδη δηλ.), χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιήσει περισσότερο τους συγγενικούς αυτούς δεσμούς προφανώς για να μην αποκαλυφθεί η πραγματική του ταυτότητα κάτω από το ψευδώνυμο «Παλαίμαχος».

Ο Δ. Ρωσσίδης, που προφανώς συνδέεται με κάποια συγγενική σχέση και με τον Χ» Γιάννη Ρωσσίδη τον κΚροίσο εκείνο που μεγάλωσε τον πατέρα του «Παλαίμαχου» ήταν γόνος των αριστοκρατικότερων κλάδων των παλιών οικογενειών της Λεμεσού της εποχής εκείνης. Από τη μητέρα του Θεοδώρα Δ. Φραγκούδη, της μεγαλύτερης και πιο αριστοκρατικής ίσως οικογένειας της Λεμεσού, ήτο εξάδελφος του Επαμεινώνδα, Ευρυβιάδη και Σωκράτη Φραγκούδη αλλά και του Δημήτρη (Λανίτη) Νικολαΐδη ενός από τους πιο φωτισμένους δασκάλους της εποχής μαζί με τον Ανδρέα Θεμιστοκλέους. Δίκαια λοιπόν ο «ταπεινής καταγωγής» Ευστάθιος Παρασκευάς - «Παλαίμαχος», αν και γιος του «προύχοντα» Νικολή, αισθάνεται υπερηφάνεια γιατί, η σύζυγος του κατάγεται από ό,τι πιο αριστοκρατικό διέθετε η Λεμεσός την εποχή εκείνη.

Ο Παρασκευάς σε πολλά σημειώματα του αναφέρεται σε διάφορα έγγραφα και άλλα ντοκουμέντα που διέθετε είτε από τον πεθερό του είτε από αλλού και που δυστυχώς είναι άγνωστο ποιος τα κατέχει σήμερα. Αν διασώθηκαν δηλαδή και δε χάθηκαν όπως πολλά άλλα πολύτιμα ντοκουμέντα για την ιστορία αυτής της πόλης,

Ο Ε. Παρασκευάς και η Εύα Δ. Ρωσσίδη απέκτησαν έξι τέκνα: τη Ζωή, δασκάλα, την Έλλη, τη Νίνα, σύζυγο του στρατηγού Μεν. Παντελίδη, τη Σαπφώ, ανύπανδρη και τους Νίκο και Δημήτρη. Ο τελευταίος δεν είναι άλλος από το γνωστό πανύψηλο εφημεριδοπώλη και τύπο, της Λεμεσού Μήτρο.





Αναζήτηση