Το άθλημα της πάλης στη Λεμεσό II


prwtopalikaro-mixail-fournaris

Τότε που η πάλη σήμαινε λεβεντιά, φιλότιμο και εθνική αξιοπρέπεια

Συνεχίζουμε τα περί πάλης στον τόπο μας σε άλλους καιρούς και τη σημασία που είχε όχι μόνο ως άθλημα και ψυχαγωγικό θέαμα αλλά και τις ευρύτερες προεκτάσεις της μέχρι και την εθνική της σημασία.

Μέρος Δεύτερο
Ο σημαντικός καταγραφέας γεγονότων και τόπων της Λεμεσού του 19ου αιώνα Ευστάθιος Παρασκευάς περιγράφοντας στην εφημερίδα «Αλήθεια» της Λεμεσού το 1937 συμβάντα κατά το έτος 1871 λέει: «Εις το 1871 εκτίσθη το πρώτο προς την θάλασσαν καφενείον στηριζόμενον επάνω σε κολόνες ιδιοκτήτης του κτήματος ήτο ό αείμνηστος Δημήτριος Νικολαΐδης. Εις αυτό ήρχετο ο καλός κόσμος και εις αυτό έγεινεν ή γνωριμία δύο δυνατών παλαιστών, του Αβράμη από του Μόρφου και του Ισμαήλ Αράπη από την Αυδήμου, η γνωριμία αυτή κατέληξεν εις συνεννόησιν μεταξύ των όπως παλαίσουν. Όταν έγεινε γνωστόν, ο δρόμος και το καφενείον εγέμισαν από Χριστιανούς και Τούρκους. Όλος αυτός ο κόσμος συνώδευσε τους παλαιστάς ως το Κονάκι (το σπίτι όπου σήμερον είνε η αστυνομία) όπου επήγαν δια να ζητήσουν την άδειαν του Καϊμακάμη Σιεκερζατέ. Ανέβηκαν επάνω και κατόπιν ο κόσμος τους είδε εις το Κιόσκι, όπου ό διοικητής τους ωμίλησεν. Τους λέγει, βλέπετε αυτό το πλήθος από Χριστιανούς και Τούρκους; Νομίζετε ότι εάν νικήσει ο Χριστιανός θα το ανεχθούν οι Τούρκοι; Ή εάν νικήση ο Τούρκος θα το ανεχθούν οι Χριστιανοί; Θα γείνουν καυγάδες και πόλεμος μεταξύ των και έτσι θα αναστατωθή ή πόλις. Δεν σας δίδω άδειαν και να χωρισθήτε με φιλίαν και να υπάγετε στην δουλειάν σας.

Έτσι δεν έγεινεν η πάλη και ο κόσμος έχασεν έναν θέαμαν που τόσον εσπάνιζε την έποχήν εκείνην. Ίσως να είχε δίκαιον ο Καϊμακάμης. Και οι δύο ήσαν καλά παλληκάρια αλλά ο Ισμαήλ ήτο πελώριος. Δεν έχω συναντήσει μέχρι σήμερον τοιούτον άνθρωπον ήτο πελάτης του πατέρα μου και ήρχετο συχνά το σπίτι μας, δεν μπορούσε να καθίσει σε κοινόν κάθισμα, ήτο πολύ μικρόν γι’ αυτόν, διά τούτο εκάθητο επάνω στο ψαθί όπου εβάλλαμεν και μαξιλάρια δια να ακουμβά. Εντούτοις με όλον αυτόν τον όγκο του, έτρεχε πολύ περισσότερον από μίαν αίγα εις απόστασιν δύο μιλίων. Ο Αβράμης γνωστός τότε με το όνομα «Μορφίτης» ήτο υψηλού αναστήματος μετρίου πάχους. Είχε παλαίσει με άλλους Χριστιανούς και Τούρκους εις άλλα μέρη και τους είχε νικήση όλους· ήτο ο Τζιμ Λόντος της εποχής του.»

Μια παρόμοια περιγραφή έχουμε και από τον λεμεσιανό ιστορικό και εξέχοντα λαογράφο, τον Ξενοφώντα Φαρμακίδη, στην ίδια εφημερίδα το 1935 που λέει:

«Απέναντι της αλευρομηχανής του μακαρίτου Αριστοκλή Πηλαβάκη νυν μηχανήκ. Πολ. Ευθυμιάδη και απέναντι της οικίας του κ. Σωτήρη Κοντοπούλου, εκεί όπου υψούται ευμεγέθης ιτέα, ήτο ανεμόμυλος εξ ού έλαβε και το όνομα η μικρά ολιγάριθμος τότε συνοικία. Απέναντι αυτού εξετείνετο ευρύ οικόπεδον, όπου τώρα ευρίσκονται αι οικίαι Γιακουμή Ιακωβίδη και Ιακ. Χατζηλοΐζου και τινές νεόδμητοι. Εις το οικόπεδον τούτο κατά η περί το έτος 1890, διεξήχθη, κατόπιν αδείας της αστυνομίας, πάλη μεταξύ ξένου, τούρκου αιθίοπος, συστηματικού παλαιστού, όστις περιήρχετο τας πόλεις της Ανατολής, επιδεικνύων την έκτακτον ρώμην του και του Χριστιανού Αβράμη Μορφίτη, ως εκ Μόρφου καταγομένου, αρκετά ρωμαλέου, χαίροντος παγκυπρίου φήμης. Ήτο ο Κουταλιανός της Κύπρου. Δια το θέαμα της πάλης αυτής, ήτις προσέλαβε χαρακτήρα εθνικού ενδιαφέροντος, συνέρρευσεν άπασα η πόλις. Ο Αβράμης συνείθιζε να διεξάγει την πάλην γονατιστός. Εισήλθον αμφότεροι γυμνοί εις την κονίστραν και ο μεν οθωμανός ήτο αλειμμένος με γλοιώδη ουσίαν, ο δε Αβράμης ουχί. Αφού εχαιρετίσθησαν, μετά 2-3 γύρους συνεπλάκησαν. Ο Αβράμης κατά το σύνηθες εγονάτισε και εζήτησε να συλλάβη τον αντίπαλον του από τας κνήμας, ούτος δε επιδεξίως απέφυγε τούτον και δια μιάς ωθήσεως τον ξήπλωσε κατά γης. Τι δε συνέβη τότε ήτο αφάνταστον.

Οι Οθωμανοί ύψωσαν τον νικητήν επώμων και τον περιέφερον εν θριάμβω ανά πάσας τας οδούς της πόλεως μετ’ αλαλαγμών και μουσικών οργάνων. Οι Χριστιανοί εξ εντροπής διεσκορπίσθηαν περίλυποι εις τας οικίας των. Ελέχθη, υποστηρίχθη, εβεβαιώθη βραδύτερον, ότι η ήττα του Αβράμη ωφείλετο εις δωροδοκίαν. Ότι δε τούτο ήτο αληθές απεδείχθη από τον πρόωρον θάνατον του, όστις λέγεται επήλθε εκ της λύπης και των τύψεων της συνειδήσεως του. Οι χριστιανοί βαρέως έφερον την αισχύνην αυτήν και έπρεπε να την απαλύνωσι. Κατά του οθωμανού παλαιστού αντέταξαν τον Χριστοφήν Κολλούφην εκ του χωρίου Μονής, όστις τον αντίπαλον του κατέρριψεν, ως «δέμα χόρτου». Η πάλη αύτη διεξήχθη 15 μέρες μετά την πρώτην εις το ίδιον οικόπεδον. Οι χριστιανοί περιέφεραν τον νικητήν εν θριάμβω ανά τας χριστιανικάς συνοικίας πρωτοστατούντος και προεξάρχοντος του τότε γνωστού αρχιλεμβούχου Παπαηλία, όστις συνήθροισε δι’ εράνων ικανόν ποσόν χρημάτων εις αμοιβήν του νικητού».

Πρωτοπαλλήκαρα της πάλης και της άρσης βαρών στα χρόνια που ακολούθησαν ήταν ο Μιχάηλ Φούρναρης, ο Μιχαήλ Φυτός και ο Ιωάννης Μαρνέρος «γνωστός» κατά τα γραφόμενα του Χριστάκη Σαββίδη « Πανελληνιονίκης στην ελευθέρα πάλη του οποίου τα χέρια ως τα βαθειά του γηρατειά διατηρούσαν την δύναμη την νεανική, τα χέρια του έσφιγγαν όπως την «τανάλια» στη χεραψία του. Κέρδισε χρυσούν μετάλλιο στην Ελληνορωμαϊκή Πάλη 79 κιλών στην Αθήνα το 1935.».

Για τον Μιχαήλ Φούρναρη εξ άλλου ο ίδιος λέει: «Στα παλιά χρόνια ο Μιχάλης Φούρναρης έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και θαυμασμού για την ρωμαλεότητα του από τους Λεμεσιανούς. Διεκρίνετο δια την σωματική του δύναμη. Με μεγάλη ευκολία μπορούσε στο αγώνισμα του “διτζίμη” στις γιορτές του Πάσχα, να σηκώσει πάνω από τους ώμους του το διτζίμη - μια μεγάλη πέτρα - βάρους τριάκοντα οκάδων. Επίσης συμμετείχε σαν αθλητής του Γ.Σ.Ο. στους Παγκύπριους αγώνες στίβου στα αγωνίσματα “άρσης βαρών δι’ ενός χεριού και δια δύο χεριών“, όπου εξήρχετο νικητής. Δύο φορές αναδείχθηκε παγκυπριονίκης στο αγώνισμα άρσης βαρών το 1899 και το 1900. Ο Μιχαήλ Φούρναρης διεκρίνετο και στο αγώνισμα της πάλης και ουδέποτε ηττήθηκε.

Το 1900 στους Παγκύπριους αγώνες πάλης αγωνίσθηκε με το ισάξιο του παλικάρι Μ. Κωνσταντά και ύστερα από αγώνα πάλης, που κράτησε μια ώρα η οργανωτική επιτροπή ανακήρυξε και τους δύο ισόπαλους. Οι παλιοί Λεμεσιανοί ενθυμούνται τον Μιχαήλ Φούρναρη σαν πρωτοπαλίκαρο του Συναχωριού και τον Πελλόγιαννο σαν πρωτοπαλίκαρο της Τζαμούδας. Αυτοί οι δύο έλυσαν τις διαφορές των Συναχωριωτών και Τζαμουλιωτών, όταν εδημιουργούντο επεισόδια μεταξύ των σε ταβέρνες, πάνω στο μεθύσι τους.»

Στο επόμενο το τρίτο και τελευταίο μέρος


Αναζήτηση



Copyright © 2010 -

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

ISSN 1986-213X (print) - ISSN 1986-2148 (online)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή, απόδοση του περιεχομένου (κειμένου ή φωτογραφίας) με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφηση ή άλλο, χωρίς τη γραπτή έγκριση ή άδεια της "Φωνής".