Nάτια Αναξαγόρου: Όταν δεν υπάρχει εννοιολογική σύλληψη, καταλήγουμε να κάνουμε εκδηλώσεις - πανηγύρια


Η δρ. Νάτια Αναξαγόρου, Προϊστάμενη Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Δήμου Λεμεσού εξομολογείται: “Όταν δεν υπάρχει εννοιολογική σύλληψη, καταλήγουμε να κάνουμε εκδηλώσεις – πανηγύρια”

Σε μια από τις λίγες συνεντεύξεις που έχει δώσει, επιλέγει να μιλήσει για την ανάγκη για παιδεία και διείσδυση στα πράγματα, επανασύνδεση των δημιουργών με την ιστορία του τόπου, μακριά από ξενόφερτες και μη αφομοιωμένες τάσεις.

Για τις μεγάλες εκδηλώσεις που διοργανώνει ο Δήμος, οι οποίες μπορούν να αναβαθμιστούν αισθητά εάν υπάρξει ένα προγενέστερο εννοιολογικό σκεπτικό.

Αλλά και για την γενικότερη δυσκολία να ασκηθεί κριτική, επειδή η Λεμεσός και εν γένει η Κύπρος είναι μικρή και όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους...

Ποιο είναι το όραμα του δήμου για την πολιτιστική ανάπτυξη της πόλης και κάτω από ποιες κατευθυντήριες γραμμές ορίζεται;
Η πολιτιστική ανάπτυξη της πόλης δεν αφορά τόσο στη διοργάνωση εκδηλώσεων οι οποίες ήδη καλύπτονται από άλλους ιδιωτικούς φορείς και οργανισμούς, όπως το θέατρο Ριάλτο, αλλά στη στήριξη του πλούσιου έμψυχου δημιουργικού της στοιχείου. Η Λεμεσός, με μεγάλη διαφορά, πρωτοπορεί και πειραματίζεται καλλιτεχνικά και διαθέτει το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό δυναμικό σε σχέση με άλλες πόλεις. Κι ο Δήμος θα πρέπει να υποβοηθήσει στην ανάδειξη αυτού του δυναμικού της Λεμεσού. Επίσης η πολιτική του Δήμου θα πρέπει να συνίσταται σε έργα πολιτιστικής υποδομής που δεν μπορούν να υλοποιηθούν από ιδιώτες πχ κέντρα και στέγες πολιτισμού.

«Η Λεμεσός διαθέτει το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό ανθρώπινο δυναμικό σε σύγκριση με άλλες πόλεις»

Από αρκετούς, ιδίως νέους ανθρώπους, εκφράζεται μια απογοήτευση σε σχέση με την ποιότητα ορισμένων μεγάλων εκδηλώσεων, στις οποίες ο Δήμος διοχετεύει πολλά κονδύλια και χρόνο προετοιμασίας. Αναφέρονται, για παράδειγμα, σε εμπορευματοποίηση του Καρναβαλιού και της Γιορτής του Κρασιού, στο χαμηλής αισθητικής μεσαιωνικό φεστιβάλ, στη στερεότυπη οργάνωση των χριστουγεννιάτικων και πασχαλινών εκδηλώσεων, στην έλλειψη φαντασίας αλλά και συμμετοχής νέων σχημάτων της πόλης που μπορούν να δώσουν μια φρέσκια ματιά σε όλα αυτά. Τι απαντάτε;

Ο Δήμος τα τελευταία 3 χρόνια διάγει μια περίοδο οικονομικής στενότητας. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι δεν μπορούν να υπάρξουν ευφάνταστες και φτηνές λύσεις για πολλά πράγματα. Θα πρέπει να τυγχάνει πλήρους εκμετάλλευσης το καλλιτεχνικό δυναμικό της πόλης μας και να δίνεται η ευκαιρία παρεμβάσεων από νέες ομάδες και άτομα, όπως για παράδειγμα στο Καρναβάλι και στο Μεσαιωνικό Φεστιβάλ. Κατά την άποψη μου για κάθε εκδήλωση πρέπει να υπάρχει μια προγενέστερη εννοιολογική σύλληψη. Αν δεν υπάρχει αυτό και γίνεται απλά μια τυχαία συγκομιδή απόψεων από διάφορους, που δέν είναι σχετικοί με το θέμα, τότε καταλήγουμε να έχουμε εκδηλώσεις τύπου πανηγυριού. Δεν μπορεί να αποφασίζουν πολλοί για μια εκδήλωση, η ιδέα πρέπει να συλλαμβάνεται από ένα άτομο το οποίο θα θέτει τις κατευθυντήριες γραμμές και το εννοιολογικό σκεπτικό και στη συνέχεια να διεκπεραιώνεται.

«Αν γίνεται μια τυχαία συγκομιδή απόψεων από πολλούς και όχι από έναν ο οποίος θα θέτει το εννοιολογικό σκεπτικό σε μια εκδήλωση, τότε θα καταλήγουμε να έχουμε εκδηλώσεις τύπου πανηγυριού».

Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, ως Δήμος, να εγκαθιδρύσουμε ένα Μεσαιωνικό Φεστιβάλ επιπέδου το οποίο να αναδεικνύει τη μεσαιωνική παράδοση και ιστορία του τόπου μας που διαθέτει εξαίρετα δείγματα λογοτεχνίας, πεζογραφίας και ποίησης καθώς και αγιογραφίας. Προσωπικά για έμενα ο μεσαίωνας δεν βρίσκεται στην αναπαραγωγή αυτών που κάνουν οι μεσαιωνικές πόλεις της νότιας Γαλλίας με ζογκλέρ, ξυλοπόδαρους, ταχυδακτυλουργούς κλπ, που είναι πράγματα τα οποία ιστορικά δεν μας αφορούν, αφορούν τους ξένους δυνάστες και φεουδάρχες της Φραγκοκρατίας και τον τρόπο ψυχαγωγίας τους. Αυτό που μας αφορά είναι η ύπαρξη πολιτισμού στα μεσαιωνικά χρόνια όπως αυτή διασώζεται στα μνημεία γραπτού λόγου στην κυπριακή διάλεκτο της εποχής, στην εικονογραφία και τις τοιχογραφίες των μεσαιωνικών μας εκκλησιών, με αποκορύφωμα αυτές του Τροόδους, στο Πελένδρι, στη Μαραθάσα και αλλού, που εντάσσονται στον κατάλογο διεθνούς πολιτιστική κληρονομιάς. Θα μπορούσαμε να ανατρέξουμε σε κείμενα μεσαιωνικά όπως οι Ασίζες, που είναι οι νόμοι των Φράγκων μεταφρασμένοι στην κυπριακή διάλεκτο και οι οποίοι διασώζουν εκπληκτικές πραγματολογικές πληροφορίες, το Χρονικό του Λεοντίου Μαχαιρά, το Χρονικό του Γεωργίου Βουστρωνίου, που αφηγούνται περιστατικά επί δυναστείας των Λουζινιάν και Ενετοκρατίας αντίστοιχα, τα ερωτικά ποιήματα, γνωστά ως Ρίμες Αγάπης στο πρότυπο των πετραρχικών. Θα μπορούσε για παράδειγμα να παρουσιαστούν οι υφιστάμενες μελοποιήσεις αποσπασμάτων από το Χρονικό του Μαχαιρά ή τα ερωτικά ποιήματα, από Κύπριους συνθέτες ή να ανατεθεί η δημιουργία νέων μουσικών έργων, καθώς και θεατρικών, βασισμένων σε αυτά. Επίσης θα μπορούσε να ανατεθεί σε εικαστικούς της πόλης να επαναδιατυπώσουν σκηνές από τη μεσαιωνική κοσμική ζωγραφική και εκκλησιαστική παράδοση, ιδιαίτερα των εκκλησιών του Τρόοδος που διασώζουν ένα κράμα συνύπαρξης της Βυζαντινής με τη Δυτική παράδοση και αυτήν της Λεβαντίνης που μεταφέρθηκε στο νησί από Συρο-παλαιστίνιους Λατίνους που είχαν έρθει ως μετανάστες και συνέβαλαν στη μεγάλη άνθιση της ζωγραφικής της εποχής.

Είδαμε τελευταία, το παράδειγμα του Παλιού Ξυδάδικου, μιας πολιτιστικής στέγης στη Λεμεσό με τεράστια προσφορά στα δρώμενα της πόλης, να κινδυνεύει με κλείσιμο. Ο Δήμος αρκείται στο να δίνει ένα συμβολικό ποσό ως χορηγία το οποίο διαμοιράζεται σε όλους ανεξαίρετα, τους πολιτιστικούς φορείς. Δεν πρέπει να μπουν όμως κάποια κριτήρια; Με ποιον τρόπο ο Δήμος στηρίζει έμπρακτα ιδιωτικές πρωτοβουλίες καλλιτεχνών/ σχημάτων αλλά και εστίες πολιτισμού που διακρίνονται σε σχέση με οτιδήποτε εμπορικό και ευτελές;
Για να υπάρξει ουσιαστική στήριξη θα πρέπει να υπάρξει αυξημένο κονδύλι επιχορηγήσεων. Το κονδύλι για τη φετινή χρονιά ήταν γύρω στα €10.000. Ποιον μπορείς να βοηθήσεις με τέτοιο ποσό; Για να υπάρχει η δυνατότητα να βοηθήσουμε τέτοιου είδους δραστηριοποιήσεις, όπως το Παλιό Ξυδάδικο, πρέπει να έχουμε τα λεφτά να το κάνουμε. Εντωμεταξύ πρέπει να πω ότι ο Δήμαρχος ευαισθητοποιήθηκε άμεσα μόλις διάβασε σχετικό δημοσίευμα στην εφημερίδα όσον αφορά στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Παλιό Ξυδάδικο και μου ζήτησε να γίνουν σκέψεις για τους τρόπους στήριξής του. Δεν μπορεί να κλείσουν τέτοιοι πνεύμονες πολιτισμού με πρωτοποριακή δράση, όπως το Παλιό Ξυδάδικο, επίσης η Στέγη Συγχρόνου Χορού και άλλες ομάδες και φορείς, που συνιστούν τα πολιτιστικά κύτταρα της Λεμεσού.

Ίσως αν αποκόπτονταν κάποια λεφτά από πιο εμπορικές εκδηλώσεις όπως η Γιορτή του Κρασιού και το Καρναβάλι για να δοθούν σε πιο ουσιαστικές κινήσεις;
Δεν μπορού να αποκοπούν λεφτά από τις εκδηλώσεις αυτές οι οποίες είναι συνυφασμένες με την ίδια την παράδοση της πόλης. Αποτελούν τις πρώτες πολιτιστικές εκδηλώσεις μεγάλου μεγέθους ανά το παγκύπριο και αγκαλιάζονται από όλη τη Λεμεσό. Συμφωνώ ότι το Καρναβάλι απέβη βιοποριστική εκδήλωση για πολλούς λόγω της οικονομικής δυσπραγίας των τελευταίων χρόνων και υπάρχουν άτομα τα οποία ζουν από αυτό, χωρίς ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αισθητική.

Δεν θα έπρεπε όμως, όσο σκληρό κι’ αν είναι αυτό, ο καθένας να αναλάβει πιο σοβαρά τις ευθύνες του; Διότι η νοοτροπία του Κύπριου είναι να κάνει κάτι πρόχειρα και με ευκολία για να περάσει.
Ναι, συμφωνώ ότι χωρίς κανένα φραγμό ως προς τις συμμετοχές υποβιβάζεται η όλη εικόνα της μεγάλης Καρναβαλίστικης Παρέλασης, αλλά υπάρχουν άτομα που περιμένουν αυτές τις εκδηλώσεις για να επιβιώσουν. Σίγουρα θα πρέπει να εισαχθούν κάποια αισθητικά κριτήρια.

Ρώσσοι, κοινοτικοί αλλά και μετανάστες από γειτονικές και άλλες χώρες, δημιουργούν ένα πολυπολιτισμικό μωσαϊκό στη Λεμεσό. Πώς θα μπορούσε ο Δήμος να εμπλουτίσει την πολιτιστική παραγωγή συνεργαζόμενος με τις κοινότητες αυτές, στοχεύοντας, γιατί όχι, στη διαμόρφωση σε βάθος χρόνου μια νέας πολιτιστικής λεμεσιανής ταυτότητας;
Είναι πάρα πολλοί οι ξένοι καλλιτέχνες που συμμετέχουν σε δρώμενα του Δήμου, αρκετοί μουσικοί αλλά κυρίως εικαστικοί καλλιτέχνες. Υπάρχουν πολλοί εικαστικοί Σέρβοι όπως η Νίνα Σουμάρατς, η Ολιβέρα Σμίλκοβιτς, Ιταλοί όπως ο Στέφανο Πάτσι κ.α. οι οποίοι λαμβάνουν μέρος σε κοινές εκδηλώσεις μαζί με Κύπριους καλλιτέχνες της Λεμεσού. Η Λεμεσός φιλοξενεί επίσης πολλούς σημαντικούς εικαστικούς από τον Πόντο και τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίοι διοργάνωσαν πρωτοποριακές ομαδικές εκθέσεις στο ιστορικό κέντρο της Λεμεσού, σε χώρο που λειτούργησε για κάποια χρόνια στην οδό Κιτίου Κυπριανού. Το θέμα με την διαπολιτισμικότητα το χειρίζεται το Γραφείο Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων όπως και η Επιτροπή Ευρωπαικών Θεμάτων του Δήμου. Υπάρχουν αξιόλογοι ξένοι καλλιτέχνες μεταξύ αυτών πολλοί αυτοδίδακτοι. Οι σημαντικοί θεωρώ ότι έχουν ήδη ενσωματωθεί στις δράσεις του Δήμου.

Η διαμόρφωση μιας νέας πολιτιστικής ταυτότητας εξαρτάται απόλυτα από την παιδεία που ενδιαθέτει ο κάθε καλλιτέχνης, ξένος ή Κύπριος. Η λέξη πολιτισμός, την οποία επαγγέλλονται πολλοί, έχει γίνει της μόδας. Είναι μια λέξη που έχει μπει στην νεοελληνική γλώσσα για να εκφράσει τη γαλλική λέξη civilisasion και την αντίστοιχη αγγλική civilization οι οποίες υποδηλώνουν την κουλτούρα που αναπτύσσεται στα αστικά κέντρα. Στην αρχαία ελληνική υπάρχει μεν η λέξη πόλη από όπου και τα δάνεια των ευρωπαικών γλωσσών, όχι όμως η λέξη πολιτισμός. Είναι ένας νεολογισμός που στην αρχαία ελληνική εκφραζόταν με την λέξη παιδεία. Σήμερα πολλοί λένε ότι ασχολούνται με τα πολιτιστικά, ότι είναι πολιτιστικοί παράγοντες ή πολιτιστικοί λειτουργοί χωρίς όμως να έχουν παιδεία και μορφωτικό υπόβαθρο.

«Σήμερα πολλοί λένε ότι είναι πολιτιστικοί παράγοντες, χωρίς όμως να έχουν παιδεία, μορφωτικό υπόβαθρο.»

Επομένως έχουμε την ευθύνη να αφυπνίσουμε τον κόσμο, ειδικά όταν θεωρούμε ότι η παιδεία είναι ότι πιο σημαντικό.
Αυτό προυποθέτει κριτική, η οποία δεν υπάρχει στην Κύπρο. Είναι σχεδόν αδύνατο να πεις στον καλλιτέχνη ότι αυτό που κάνει δεν είναι καλό, ότι απαιτείται να ξεφύγει από τον μιμητισμό και την αντιγραφή και να μπει σε μια εις βάθος έρευνα, να μορφωθεί γύρω από το αντικείμενο ενασχόλησής του. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα καλλιτέχνη ο οποίος προσπαθεί να ζήσει μέσα από την τέχνη του η οποία τυγχάνει να πουλά. Ποιος μπορεί να έρθει να του δώσει τη χαριστική βολή λέγοντας του ότι δεν είναι καλός; Μπορούμε να πούμε στους αγοραστές του να μην αγοράζουν τα έργα του διότι δεν έχει επίπεδο; Το βλέπεις το θέμα ανθρωπιστικά. Εφόσον αρέσει σε κάποιον να έχει στο σπίτι του ένα κακό έργο, είναι δικαίωμα του. Μέσα όμως από εικαστικές παρεμβάσεις μπορούμε να διανοίξουμε τους ορίζοντες, τόσο του καλλιτέχνη, όσο και του αγοραστικού κοινού.

Και τι γίνεται με τον νέο ο οποίος αν και ικανός και αξιόλογος, βρίσκεται στο περιθώριο και δεν έχει μερίδιο στην αγορά επειδή αυτή καλύπτεται από ανάξιους που έχουν καθιερωθεί;
Οι φορείς πολιτισμού, είτε κρατικοί είτε της τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλοι, αν στελεχώνονται από ανθρώπους με παιδεία και βεβαίως διαρκή και ανελλιπή ενημέρωση για τα τρέχοντα, διεθνή καλλιτεχνικά ρεύματα τα οποία να φιλτράρουν δημιουργικά μέσα από την παράδοση του τόπου, μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο ως προς την ανίχνευση της αλήθειας και την αποκάλυψη της όποιας επιτήδευσης. Προτείνοντας ή στηρίζοντας εκδηλώσεις και εκθέσεις φυσικά, που να διέπονται από πνεύμα έρευνας και πειραματισμού αντί αναπαραγωγής των γνώριμων για το ευρύ κοινό δομών τέχνης και ψυχαγωγίας. Μέσα από τέτοιες διεργασίες το αισθητικό κριτήριο της μάζας ωθείται να διακρίνει το ουσιώδες σε ένα έργο τέχνης ή μια εκδήλωση καλλιτεχνική αντί να παραμένει αδρανής και παθητικά δεκτική.

Φαίνεται, από τις έκθεσεις «Maniera Cypria» του 2012 και «Recto/Verso: Από το Βυζάντιο στον Μοντερνισμό» καθώς και στην πρόσφατη εικαστική δράση που επιμεληθήκατε, με τίτλο «Εις το Κολόσσιν και εις τα καστελλία» του 2015, η αναζήτηση σας για την κυπριακή πολιτιστική ταυτότητα μέσα στον χρόνο. Που καταλήξατε;
Ο όρος Maniera Cypria προσδιορίζει την σύζευξη της Δυτικής με τη Βυζαντινή παράδοση στο αγιογραφικό ύφος της ζωγραφικής των εκκλησιών της Κύπρου του 13ου αιώνα και ονομάστηκε έτσι από τους ιστορικούς τέχνης κατά αντιστοιχία προς την Maniera Greca. Επεξέτεινα τον όρο αυτό στο παρελθόν και αναζήτησα τον κυπριακό τρόπο εικαστικής έκφρασης στα μεσαιωνικά αλλά και στα αρχαιολογικά ευρήματα. Οι καλλιτέχνες της Κύπρου, διαχρονικά από τη χαλκοκρατία, την αρχαική κεραμική έως και τη μεσαιωνική ζωγραφική, διαμόρφωσαν μια ξεχωριστή μανιέρα η οποία διοχετεύεται στην τέχνη του σήμερα. Επίσης, ένα άλλο βασικό στοιχείο πολιτισμού που έχουμε και το οποίο έχει διασωθεί είναι η γλώσσα, η οποία δουλεύτηκε και στις πιο αντίξοες συνθήκες, όταν δεν υπήρχε οργανωμένη παιδεία στη Κύπρο του 13ου -14ου αιώνα καθώς δεν υπήρχαν ελληνικά σχολεία στο νησί. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι υπό τέτοιες συνθήκες η γλώσσα θα εξαφανιζόταν, αντί αυτού όμως η κυπριακή διάλεκτος, η ελληνική όπως ομιλείτο στην μεσαιωνική Κύπρο, καταλήγει να είναι μια συνεκτική γλώσσα που συνδέει όλα τα στοιχεία της κυπριακής κοινωνίας. Ταξιδιώτες του 14ου αιώνα αναφέρουν στις σημειώσεις τους ότι ακόμα και οι Γάλλοι βασιλείς και οι αυλικοί ομιλούν την κυπριακή διάλεκτο, ενώ τη μητρική τους γλώσσα, τη γαλλική, την ομιλούν μόνον αρκετά καλά. Ακόμα και οι ξένοι συνομιλούσαν και συναναστρέφονταν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα. Οι Κύπριοι παρά το γεγονός ότι ήταν υποτελείς στους Λουζινιάν και αργότερα στους Ενετούς, δημιουργούσαν πολιτισμό. Στην ύπαιθρο υπάρχουν εξαίρετα δείγματα αγιογραφίας και τοιχογραφίας στις εκκλησίες, ενώ σπουδαία είναι και τα δείγματα λογοτεχνίας που αναφέραμε προηγουμένως.

Μιλώντας όμως για το σήμερα, συγκεκριμένα για τους νέους καλλιτέχνες, φαίνεται να αδυνατούν να βρουν μια ταυτότητα που να μπορεί να παράγει μια δυνατή βιωματική τέχνη.
Έχει παραχθεί δυνατή εικαστική τέχνη από καλλιτέχνες που έχουν επαναδιατυπώσει και επανεφεύρει στοιχεία του παρελθόντος. Ο Άγγελος Μακρίδης είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Ωστόσο, βλέπω ότι φτάνουν στην Κύπρο ρεύματα εννοιολογικά που απασχολούν καλλιτέχνες στον ευρωπαϊκό και αγγλοαμερικανικό χώρο με κάποια παρέλευση ετών και τα οποία δεν είναι τόσο γνήσια. Για παράδειγμα έχουμε Κύπριους καλλιτέχνες που ασχολούνται με θεματολογίες όπως «το χάος και η αποξένωσή στις μητροπολιτικές μεγαλουπόλεις» και διερωτάται κανείς πως έχουν βιώσει στην Κύπρο κάτι τέτοιο. Έρχονται δηλαδή και αναπαράγουν βιώματα και εμπειρίες ξένων καλλιτεχνών και θέλουν να τις επιβάλουν στα κυπριακά δεδομένα. Υπάρχει μια τάση μιμητισμού. Ένας καλλιτέχνης πρέπει ανατρέξει στο παρελθόν του και στη τέχνη του τόπου του, δεν μπορεί να μένει μόνο στο τι έμαθε από τις ξένες Σχολές Τέχνης όπου σπούδασε. Άλλα πράγματα απασχολούν τον Άγγλο, άλλες εμπειρίες καθημερινότητας, άλλα τον Αμερικάνο, άλλα τον Ευρωπαίο και εμείς τα παίρνουμε όλα δίχως να τα διυλίσουμε, λες και μας απασχολούν οι ίδιοι προβληματισμοί στη Λεμεσό και στην Κύπρο γενικότερα, όπου έχουμε μια άλλου τύπου ζωή.

«Κύπριοι καλλιτέχνες αναπαράγουν ξένα βιώματα, δεν ανατρέχουν στην τέχνη του τόπου τους και στις εμπειρίες της δικής τους καθημερινότητας».

Από την απάντηση σας διαφαίνεται ότι η Τέχνη αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας και της κοινωνίας ενός τόπου, κι αν δεν καταπιάνεται με πράγματα τα οποία βιώνουμε εμπειρικά καταλήγει να είναι μια τέχνη εγκεφαλική και μιμητική.
Ναι, γίνεται εγκεφαλική και όταν τα θέματα που παρουσιάζει δεν είναι φιλτραρισμένα μέσα από την εμπειρία και την καθημερινότητα καταλήγει μια μιμητική αντιγραφή των βιωμάτων των Αγγλοαμερικάνων, καταδικασμένη να αποτύχει. Η χρήση ξένων τίτλων στις εκθέσεις των Κυπρίων είναι ακόμα ένα δείγμα μιμητισμού και διερωτώμαι για ποιο λόγο αυτοί να μην είναι στην ελληνική. Είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε ξένες γλώσσες αλλά να τις χρησιμοποιούμε εκεί που πρέπει. Δυστυχώς, πολλοί είναι αυτοί που χρησιμοποιούν με μεγάλη ευκολία και χωρίς να γνωρίζουν πλήρως το περιεχόμενο, ξένες ορολογίες όπως για παράδειγμα τελευταία το «the narrative of..» και αυτό γίνεται επιφανειακά χωρίς βάθος. Οι καλλιτέχνες αυτοί ψάχνουν ακόμα τον δρόμο τους ακολουθώντας κυρίως ξένα πρότυπα.

Τι μπορούμε να κάνουμε για αυτό; Διότι είναι κάτι που μας αφορά και μας πονεί να βλέπουμε τον τόπο μας να βρίσκεται ακόμα σε μεταβατικό στάδιο, με κόμπλεξ κατωτερότητας που στέκεται εμπόδιο στο γνήσιο και το αυθεντικό;
Όπως το επίπεδο της γλώσσας μας αντανακλά το επίπεδο της σκέψης μας, έτσι και το επίπεδο της έκφρασης μας, είτε αυτή είναι γλώσσα, είτε αυτή είναι τέχνη αντανακλά το επίπεδο της σκέψης μας. Αν δεν υπάρξει έντονη ενασχόληση και προβληματισμός με ένα θέμα, δεν θα υπάρξει καλό αποτέλεσμα. Θα είναι επιφανειακό. Είναι θέμα ωριμότητας και παιδείας, κυρίως παιδείας. Χρειάζεται να ενδιατρίβει κάποιος σε ένα τομέα αν θέλει να προχωρήσει. Όχι απλά να συλλέγει στοιχεία από εδώ κι από εκεί και να τα βάζει στο έργο του.

Θεωρείτε ότι, παρόλο που είναι πολύ λεπτό θέμα, έχουμε την ευθύνη να διαχωρίζουμε και να ιεραρχούμε τα πράγματα μέσα από κριτικές;
Δυστυχώς δεν μπορεί να υπάρξει κριτική στη Κύπρο γιατί είναι όλοι γνωστοί μεταξύ τους. Για παράδειγμα, η κριτική θεάτρου στην Κύπρο είναι ανύπαρκτη, εκτός από κάποια κείμενα, τα τελευταία χρόνια από την Νόνα Μολέσκη και τον Γιώργο Σαββινίδη. Γενικά όμως, ισχύουν τα στερεότυπα «... απέδωσε εξαιρετικά το ρόλο», «... έδωσε πολύπλευρα τον χαρακτήρα της ηρωίδας»... χωρίς να υπάρχει κριτική. Για παράδειγμα θα κάνουμε μια θετική κριτική αν μας άρεσε το έργο ενός καλλιτέχνη, ενώ αν δεν μας άρεσε θα λυπηθούμε να γράψουμε εναντίον του. Τουλάχιστον ας υπάρχει μια εντιμότητα στο να αναδεικνύουμε τα θετικά σε ένα καλλιτέχνη και να μην εκθειάζουμε κάποιον ο οποίος δεν είναι καλός.


Αναζήτηση



Copyright © 2010 -

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

ISSN 1986-213X (print) - ISSN 1986-2148 (online)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή, απόδοση του περιεχομένου (κειμένου ή φωτογραφίας) με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφηση ή άλλο, χωρίς τη γραπτή έγκριση ή άδεια της "Φωνής".