• Αρχική
  • Υγεία
  • Διατροφή
  • Χωρίς σαλμονέλα και συνθετικές χρωστικές ουσίες τα παγωτά στην Κύπρο, προκύπτει από έρευνα του Κρατικού Χημείου
Χωρίς σαλμονέλα και συνθετικές χρωστικές ουσίες τα παγωτά στην Κύπρο, προκύπτει από έρευνα του Κρατικού Χημείου

Χωρίς σαλμονέλα και συνθετικές χρωστικές ουσίες τα παγωτά στην Κύπρο, προκύπτει από έρευνα του Κρατικού Χημείου

Δεν ανευρέθηκε σαλμονέλα σε συνολικά 395 δείγματα παγωτών που περιείχαν συστατικά γάλακτος και ελέγχθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους κατά τα τελευταία πέντε χρόνια (2014-2018) στο πλαίσιο των ετήσιων Εθνικών Προγραμμάτων Ελέγχου-Παρακολούθησης και Επιτήρησης των Τροφίμων.

Ανακοίνωση από το Γενικό Χημείο του Κράτους αναφέρει ότι συγκεκριμένα βρέθηκε πως «όλα συμμορφώνονταν με το κριτήριο για απουσία σαλμονέλας στα 25 g, το οποίο αποτελεί κριτήριο ασφάλειας του παγωτού, πράγμα που παρατηρείται και κατά τα προηγούμενα του 2014 χρόνια.

Σε αρκετές περιπτώσεις το επίπεδο των εντεροβακτηριοειδών, το οποίο αποτελεί κριτήριο υγιεινής στην παραγωγή του παγωτού, ήταν πάνω από το νομοθετικό όριο, [οφείλονταν σε μη ικανοποιητικό πλύσιμο του κουταλιού του χειριστή (π.χ. στις παγωταρίες, στις κινητές καντίνες), και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις οφείλονταν σε πρόβλημα στην διαδικασία παραγωγής του παγωτού».

Σε όλες τις εν λόγω περιπτώσεις δόθηκαν συστάσεις για διορθωτικά μέτρα και λήφθηκαν επαναληπτικά δείγματα για επαλήθευση της αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών.

Διευκρινίζεται ότι «τυχόν απόκλιση από το νομοθετικό όριο στο κριτήριο υγιεινής στην παραγωγή του παγωτού δεν καθιστά το τρόφιμο ακατάλληλο για κατανάλωση και ούτε χρήζει απόσυρσης από την αγορά αλλά είναι μια προειδοποίηση για τον παραγωγό/ χειριστή ότι κάποια διαδικασία χρειάζεται βελτίωση».

Επίσης, αναλύθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους 299 δείγματα παγωτών για διερεύνηση της παρουσίας και προσδιορισμό των επιπέδων των συνθετικών χρωστικών ουσιών «ως προς την χημική ασφάλεια τους, η οποία, με βάση την σχετική νομοθεσία, αναφέρεται στην παρουσία και στα επίπεδα χρωστικών και γλυκαντικών ουσιών».

Συγκεκριμένα, τα 299 δείγματα ελέγχθηκαν για την χρονική περίοδο 2012-2018 για τις πιο χρωστικές ουσίες : «ταρταζίνη (Ε102), κίτρινο κινολίνης(Ε104), κιτρινοπορτοκαλί S(Ε110),καρμοϊσίνη (Ε122), αμαράνθη (Ε123), πονσώ 4R(Ε124), ερυθροσίνη (Ε127), ερυθρό ΑlluraAC(Ε129), μπλέ πατεντέ V(Ε131), ινδικοτίνη (Ε132), λαμπρό κυανό FCF(Ε133), πράσινο S(Ε142)]και της φυσικής χρωστικής καρμίνης(Ε120)».

Όπως αναφέρει η ανακοίνωση, «βρέθηκε ότι σημαντικός αριθμός δειγμάτων παγωτών σε ποσοστό 78% δεν περιείχε συνθετικές χρωστικές, ο αριθμός των αποκλινόντων από την νομοθεσία αναλυθέντων δειγμάτων ενώ ως προς την παρουσία ή τα επίπεδα των χρωστικών ουσιών, δεν ξεπέρασε τις περισσότερες χρονιές το 2,5%.

Αναφορικά με τις γλυκαντικές ουσίες κατά την περίοδο 2013-2018, αναλύθηκαν 63 δείγματα παγωτών για προσδιορισμό των επιπέδων έντονων (intense) συνθετικών γλυκαντικών ουσιών [ακεσουλφαμικό κάλιο (Ε950), ασπαρτάμη (Ε951) σακχαρίνη (Ε954)] και της φυσικής γλυκαντικής ουσίας γλυκοζίτες στεβιόλης (στέβια-E960).

Βρέθηκε ότι «τα επίπεδα των γλυκαντικών ουσιών στα αναλυθέντα δείγματα παγωτών ήταν εντός των ορίων, όπως αυτά καθορίζονται από την σχετική νομοθεσία».

Επίσης, από το 2016 και μετά παρατηρείται ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των παγωτών περιέχει την φυσική γλυκαντική ουσία στέβια (έντονο γλυκαντικό) μόνη της ή σε συνδυασμό με ογκώδη γλυκαντικά π.χ. σορβιτόλη.

Σημειώνεται ότι τα ογκώδη γλυκαντικά έχουν θερμιδική αξία ίση ή μικρότερη της ζάχαρης σε αντίθεση με τα έντονα γλυκαντικά που είναι πολύ χαμηλής ή μηδενικής θερμιδικής αξίας.

Ως προς την βιολογική ασφάλεια των παγωτών, η οποία, με βάση την σχετική νομοθεσία, αναφέρεται στην υποχρεωτική σήμανση για παρουσία αλλεργιογόνων ουσιών, κατά την περίοδο 2011-2018 αναλύθηκαν 79 δείγματα για την παρουσία αλλεργιογόνων ουσιών.

Τέτοιες είναι οι πρωτεΐνες γάλακτος, οι ξηροί καρποί με κέλυφος, το φυστίκι, το αυγό και η γλουτένη, στην σήμανση των οποίων δεν αναγραφόταν η ύπαρξή τους.

Από τον έλεγχο δεν ανιχνεύθηκαν οι αλλεργιογόνες ουσίες ,«ξηροί καρποί με κέλυφος», «γλουτένη» και «φιστίκι», σε κανένα από τα εξετασθέντα δείγματα, ωστόσο ανιχνεύθηκε η αλλεργιογόνος ουσία, «αυγό», χωρίς την απαραίτητη σήμανση, σε ένα από τα 20 εξετασθέντα δείγματα παγωτού.

Επίσης, ανιχνεύθηκε η αλλεργιογόνος ουσία, «πρωτεΐνη γάλακτος», χωρίς την απαραίτητη σήμανση, σε 9 από τα 12 εξετασθέντα δείγματα παγωτού.

Σε όλες τις περιπτώσεις αποκλίσεων από την σχετική νομοθεσία ελήφθησαν όλα τα απαραίτητα νομικά μέτρα από τις Υγειονομικές Υπηρεσίες, τις Ιατρικές Υπηρεσίες και τις Υπηρεσίες Δημοσίας Υγείας του Υπουργείου Υγείας.

Ως προς την σύσταση, την διατροφική αξία και την σήμανση του παγωτού, με βάση τη σχετική νομοθεσία, δόθηκε έμφαση στον έλεγχο της περιεκτικότητας και του είδους του λίπους του, καθώς και στα κορεσμένα λιπαρά οξέα και τρανς ακόρεστα λιπαρά οξέα που περιέχει το παγωτό και που ευθύνονται για την εμφάνιση παχυσαρκίας καθώς και άλλων χρόνιων παθήσεων.

Συγκεκριμένα, από τα αποτελέσματα ενός πιλοτικού ερευνητικού προγράμματος του Γενικού Χημείου του Κράτους κατά τα τελευταία πέντε χρόνια σε 40 δείγματα παγωτών (συσκευασμένων και χύμα) που κυκλοφορούν στην κυπριακή αγορά, βρέθηκε ότι το ολικό λίπος τους κυμαίνεται σε ποσοστό από 0,2% έως 20,2% κατά βάρος (κ.β) και η περιεκτικότητα τους σε κορεσμένα λιπαρά οξέα κυμαίνεται σε ποσοστό από 0,2%έως 13,1% κατά βάρος.

Επίσης, «η περιεκτικότητα τους σε τρανς ακόρεστα λιπαρά οξέα κυμαίνεται σε ποσοστό από 0% έως 0,7%κατά βάρος ενώ τα πλείστα εξετασθέντα δείγματα παγωτών συμμορφώνονταν με την απαίτηση της σχετικής νομοθεσίας για την αναγραφή στη σήμανση τους, του είδους της φυτικής λιπαρής ύλης που χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή τους».

Τα κυριότερα φυτικά έλαια που χρησιμοποιήθηκαν για την Παρασκευή τους είναι: το έλαιο καρύδας(coconut oil) και το κραμβέλαιο χαμηλού ερουκικού οξέος (rapeseed oil low erucic),και τα φυτικά λίπη που χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή τους είναι το φοινικέλαιο, το φοινικοπυρηνέλαιο και το βούτυρο κακάο.

Η χρήση όλων αυτών συνηθίζεται στην ζαχαροπλαστική, καθώς και του δρογονωμένου φοινικοπυρηνελαίου, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στην ζαχαροπλαστική ως υποκατάστατο του βουτύρου του κακάο, καταλήγει η ανακοίνωση από το Γενικό Χημείο του Κράτους.

Πηγή: KYΠΕ




Αναζήτηση στη "Φ"


| |

Ακολουθήστε τη "Φ" στα social media