Γυναίκα και Νευρική Ανορεξία

anorexia

Τι κατέδειξαν έρευνες

Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών, λίγες ασθένειες μελετήθηκαν και συζητήθηκαν σε τέτοιο εύρος όπως η ψυχογενής ανορεξία, κυρίως από νευροψυχίατρους και ενδοκρινολόγους. Τα συμπεράσματα τους ήταν μπερδεμένα και σκοτεινά και οδηγούσαν σε παθογενετικές και νοσολογικές συζητήσεις, που δεν πρόσφεραν τίποτα σημαντικό στις παρατηρήσεις του 19ου αιώνα.

Επιπλέον, ο όρος «νευρική ανορεξία» χρησιμοποιούνταν αδιάκριτα και σε άλλους τύπους ψυχογενούς εξάντλησης λόγω πείνας, με συνέπεια τη σύγχυση και περιπλοκή των διαγνωστικών και προγνωστικών κριτηρίων (Palazzoli, 1986).

Στη δεκαετία του '40, οι ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις διαμορφώνουν την άποψη πώς η ψυχογενής ανορεξία οφείλεται σε ασυνείδητες φαντασιώσεις μιας στοματικής εγκυμοσύνης καθώς και ως έκφραση ασυνείδητων σαδιστικών επιθυμιών (Σίμος, 1996). Το 1969 ο Dally επιχείρησε να ορίσει την ψυχογενή ανορεξία με τα εξής κριτήρια:

  • Άρνηση για τη διατήρηση του φυσιολογικού βάρους και προσπάθειες για τη μείωση του
  • Απώλεια τουλάχιστον 10% του προηγούμενου βάρους του σώματος
  • Αμηνόρροια για τρεις τουλάχιστον μήνες (όταν η περίοδος ήταν κανονική) και για έξι μήνες (όταν ήταν ανά διαστήματα)
  • Ηλικία έναρξης 12-39 ετών
  • Δεν ευθύνεται άλλη οργανική ασθένεια ή άλλη συναισθηματική διαταραχή ή σχιζοφρένεια για τη μείωση του βάρους (Dally & Gomez, 1980).


Η αναλογία μεταξύ ανδρών και γυναικών είναι περίπου 15-20:1 (Hodkinson, 1995). Ο Halmi (1985) αναφέρει ότι το χρόνο η ψυχογενής ανορεξία κυμαίνεται κατά μέσο όρο από 0,37-1,6 για 100.000 πληθυσμό. Λιγότερο από ένα 10% των περιπτώσεων αφορά κυρίους έφηβους άντρες. Είναι μια πολύ σοβαρή διαταραχή, με θνησιμότητα που εκτιμάται ότι κλιμακώνεται περίπου στο 18% (Logue, 1986). Η έρευνα του Sullivan (1995) έδειξε ότι οι ασθενείς έχουν 0,56% πιθανότητα να πεθάνουν τον πρώτο χρόνο ενώ ο Nielsen και οι συνεργάτες δίνουν 0,59% πιθανότητα στις γυναίκες ασθενείς να πεθάνουν στον πρώτο χρόνο, σε αντίθεση με τους θανάτους των αντρών που στην έρευνα τους συντελέστηκαν όλοι στα δύο πρώτα χρόνια εμφάνισης της διαταραχής. Το σύνολο των θανάτων στην έρευνα του Nielsenκαι των συνεργατών του (1998) ήταν 3.6% για άτομα κάτω των 20 ετών, 9,9% για ηλικίες που κυμαίνονταν από 20 έως 29 ετών και 5,7% για άτομα 30 και άνω ετών (Pipher, 1997).

Η ανορεκτική ελαχιστοποιεί τη σημασία του προβλήματος, αναγνωρίζει ότι δεν πεινά αλλά επιμένει στο ότι αυτό δεν την εμποδίζει να είναι καλά, δοθέντος ότι η δραστηριότητα της συνεχίζεται κανονικά, αν δεν επαυξάνεται. Υιοθετεί μια αμυντική στάση, κλείνεται στον εαυτό της και έχει μόνο επιφανειακές κοινωνικές και ερωτικές σχέσεις, ενώ οι δεσμοί με την οικογένεια ελαχιστοποιούνται προοδευτικά. Οι ανορεκτικές γυναίκες βιώνουν τις οικογενειακές διαντιδράσεις ως περισσότερο δύσκαμπτες (λιγότερο προσαρμοστικές) και περισσότερο απόμακρες/αποξενωμένες από τις άλλες γυναίκες (Abraham & Llewellyn - Jones, 1998).

Σύμφωνα και με τον Jean-Luc Venisse (1987), οι οικογένειες αυτές χαρακτηρίζονται συχνά σαν φυσιολογικές και φαινομενικά κοινότυπες. Όμως πίσω απ’ αυτήν την πρόσοψη φυσιολογικότητας κρύβεται μια αρκετά παθολογική οικογενειακή οργάνωση. Κατά τις πρώτες συνεντεύξεις με τον γιατρό, η οικογένεια αυτοπεριγράφεται, με ευαρέσκεια ως ιδανική οικογένεια και ποτέ δεν γνώρισε το παραμικρό πρόβλημα, με τέλεια συνεννόηση ανάμεσα σε όλα τα μέλη της. Η ανόρεκτη κόρη ήταν συχνά το παιδί-παράδειγμα που δεν προκάλεσε ποτέ το παραμικρό πρόβλημα στους γονείς του όσον αφορά την εκπαίδευση, την υγεία, τη συμπεριφορά και τη διατροφή (ειδικά στην νηπιακή ηλικία). Με λίγα λόγια, τίποτα δεν άφηνε να προβλεφθεί μια τέτοια κατάσταση, φαίνεται να λένε οι γονείς που δεν δέχονται να θεωρηθούν μέτοχοι αυτού που συμβαίνει (Button, 1993).

Η Ψυχογενής Ανορεξία είναι μια πολύ δύσκολη και ψυχοφθόρα νόσος και χρειάζεται ο ασθενής να παρακολουθείται στενά από ομάδα ειδικών.

Η Αριστονίκη Τρυφωνίδου-Θεοδοσίου είναι Υποψ. Διδάκτορας Σχολικής ψυχολογίας, Msc Συμβουλευτική Ψυχολόγος, Εικαστική Θεραπεύτρια, Οικογενειακή θεραπεύτρια




Αναζήτηση