Τι κρύβεται πίσω από την παιδική «αταξία»; II

child-misbehaving

Φαινόμενα και ερμηνείες

ΜΕΡΟΣ Β'
Ακολουθώντας τη σκέψη του Bateson για την υπερίσχυση των περισσότερο καθιερωμένων αντιλήψεων (αυτών που χρησιμοποιούσαν πιο συχνά και πιο επιτυχημένα) έναντι των λιγότερο καθιερωμένων αντιλήψεων, μπορεί να προβλεφθεί ότι ο δάσκαλος θα παραβλέψει την 2η υπόθεση. 

Έτσι, η ίδια η επιτυχία σε ορισμένες περιπτώσεις της ερμηνείας «έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων» γίνεται εμπόδιο σε άλλες περιπτώσεις για τη διαμόρφωση ή την αποδοχή μιας καινούργιας αντίληψης στο ερώτημα γιατί αυτός ο συγκεκριμένος μαθητής δεν αντιδρά με τον τρόπο που «θα έπρεπε».

Θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί ότι ο δάσκαλος θα βρεθεί σε σύγχυση καθώς θα βλέπει το μαθητή να «αντιστέκεται» σε «αποτελεσματικές» στρατηγικές έτσι, θα προσπαθήσει να «ξεπεράσει» αυτή την «αντίσταση» χρησιμοποιώντας τεχνικές που θα είναι σύμφωνες με την αντίληψη του ότι ο μαθητής συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο γιατί του λείπουν κοινωνικές δεξιότητες ή επειδή έχει μια κάποιου είδους ανεπάρκεια (Molnar-Lindquist, 1990).

Οι ιδέες του Festinger μπορούν επίσης να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε άλλον έναν λόγο, για τον οποίο ο δάσκαλος στο παράδειγμά μας μπορούσε να παραβλέψει τη 2η υπόθεση. Ο Festinger θεωρεί ότι η κοινωνική υποστήριξη ενός από τα γνωστικά στοιχεία μιας ασύμφωνης σχέσης αποτελεί έναν από τους πιο ισχυρούς και αποφασιστικούς παράγοντες για τη διατήρηση των στοιχείων αυτών.

Σύμφωνα με το Δυτικό τρόπο σκέ-ψης, η πίστη ότι η πραγματικότητα γίνεται καλύτερα κατανοητή μέσα από τις σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος θεωρείται δεδομένη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην επιδέχεται ανάλυση ή αμφισβήτηση. Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί συμπεριφέρεται μ’ έναν τρόπο που ο δάσκαλος βρίσκει απαράδεκτο, τότε αυτός στην προσπάθεια του ν’ αλλάξει τη συμπεριφορά του μαθητή, θα βασιστεί στο λογικό κανόνα «αίτιο-αποτέλεσμα». Αυτός ο λογικός κανόνας μπορεί να περιγραφεί ως μία σειρά υποθέσεων:

Κάθε συμπεριφορά έχει μια αιτία και γι’ αυτό κάθε συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα κάποιου άλλου παράγοντα.

Το αίτιο προηγείται και γι’ αυτό το λόγο κατευθύνει το αποτέλεσμα.

Για να εξαλείψουμε το αποτέλεσμα, πρέπει να εξαλείψουμε το αίτιο.

Τα παραδείγματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, για να δείξουν την ορθότητα της πίστης ότι η πραγματικότητα μπορεί να ερμηνευτεί καλύτερα μέσα από τις σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος, είναι πάρα πολλά για να καταγραφούν εδώ. Όσοι ψάχνουν για απόδειξη της εγκυρότητας του συλλογισμού «αίτιο-αποτέλεσμα» θα μπορούσαν να αναφέρουν, για παράδειγμα, ότι όταν το ξυπνητήρι ηχεί (αίτιο), τότε ξυπνούν (αποτέλεσμα). Ωστόσο, σε προβληματικές καταστάσεις το ζήτημα δεν είναι η ορθότητα της ερμηνείας αιτίου-αποτελέσματος της προβληματικής συμπεριφοράς, αλλά η χρησιμότητα αυτής της ερμηνείας ως βάσης για την αλλαγή της συμπεριφοράς.

Σε πολλές περιπτώσεις, η λογική του αιτίου-αποτελέσματος βοηθά στο να επιτύχουμε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, ένας δάσκαλος που πιστεύει ότι η αιτία του νευρικού γέλιου του Ανδρέα οφείλεται στο ότι κάθεται κοντά στη Μαρία, θα μπορούσε ν’ αλλάξει τη θέση του Ανδρέα και να λύσει αποτελεσματικά το πρόβλημα. Σ’ αυτό το παράδειγμα, η πίστη του δασκάλου ότι το νευρικό γέλιο του Ανδρέα προκλήθηκε από τον παραπάνω λόγο, οδήγησε σε μια αποτελεσματική ενέργεια για να λυθεί το πρόβλημα: αλλαγή της θέσης του Ανδρέα.

Παρόλα αυτά, ας υποθέσουμε ότι ο δάσκαλος πιστεύει ότι η αιτία της συμπεριφοράς του Ανδρέα βρίσκεται στο ότι αυτός προέρχεται από μία μονογονεϊκή οικογένεια. Στην περίπτωση αυτή η παρέμβαση που θα μπορούσε να προκύψει λογικά από αυτή την ερμηνεία δεν είναι καθόλου σαφής.

Η υπόθεση ότι για κάθε αποτέλεσμα υπάρχει μία αιτία, μας οδηγεί να εστιάζουμε συνεχώς τις προσπάθειες επίλυσης του προ βλήματος στα ίδια τα άτομα που παρουσιάζουν προβλήματα. Εξάλλου, εφόσον υποτίθεται ότι το πρόβλημα είναι η συμπεριφορά του ατόμου, απαιτείται να γίνει διάγνωση της συμπεριφοράς αυτής για να εντοπίσουμε την αιτία της. Η λογική είναι ότι, αν η αιτία μπορεί να εντοπιστεί, η «θεραπεία» θα εξαλείψει το «σύμπτωμα» (δηλαδή, θ’ αλλάξουμε τη συμπεριφορά του ατόμου που παρουσιάζει προβλήματα).

Η διαδικασία ανάλυσης της συμπεριφοράς, σε μία προσπάθεια να βρεθεί η αιτία της, μας δυσκολεύει να δούμε τη συμπεριφορά στο γενικό της πλαίσιο και να κατανοήσουμε όλες τις ερμηνείες που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να αλλάξουμε τα πράγματα προς το καλύτερο.

Η Αριστονίκη Τρυφωνίδου-Θεοδοσίου είναι Υποψ. Διδάκτορας Σχολικής ψυχολογίας, Msc Συμβουλευτική Ψυχολόγος, Εικαστική Θεραπεύτρια, Οικογενειακή θεραπεύτρια
Email Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.




Αναζήτηση