Θυρεοειδής και Σεξουαλικές Δυσλειτουργίες


Ενδεχόμενος επηρεασμός σεξουαλικής επιθυμίας

Το ορμονικό σύστημα αποτελεί, μεταξύ άλλων, έναν πολύ σημαντικό ρυθμιστή της σεξουαλικότητας. Οι ορμόνες του θυρεοειδούς αδένα ρυθμίζουν την ταχύτητα με την οποία ο οργανισμός διεκπεραιώνει τις χημικές λειτουργίες, δηλαδή το μεταβολικό ρυθμό.

Όταν ο θυρεοειδής υπολειτουργεί, παράγει πολύ μικρή ποσότητα θυρεοειδικής ορμόνης, προκαλώντας το γνωστό σε όλους «υποθυρεοειδισμό». Αντίθετα, όταν ο θυρεοειδής υπερλειτουργεί, δυσανάλογα περισσότερο σε σχέση με τις ανάγκες του ατόμου, ο αδένας απελευθερώνει μεγάλη ποσότητα ορμόνης η οποία επιταχύνει το μεταβολισμό, κατάσταση γνωστή ως «υπερθυρεοειδισμός».

Δυσλειτουργίες του θυρεοειδούς έχουν συνδεθεί με ένα ευρύ φάσμα διαταραχών που αφορούν την αναπαραγωγική διαδικασία και μπορεί να προκαλέσουν από μη φυσιολογική σεξουαλική ανάπτυξη μέχρι σεξουαλικές δυσλειτουργίες, διαταραχές του εμμηνορυσιακού κύκλου ή ακόμα και υπογονιμότητα.

Με μια πρώτη ματιά, σε πολλούς, ίσως να φαίνεται απίθανο ότι θέματα που άπτονται του θυρεοειδούς θα μπορούσαν να αναστείλουν τη σεξουαλική επιθυμία ή να επηρεάσουν τη σεξουαλική απόδοση. Αν αναλογιστεί όμως κανείς, πόσες όψεις της ανθρώπινης λειτουργικότητας, όπως ενέργεια, διάθεση και μεταβολισμός, μεταβάλλονται από διαταραχές του θυρεοειδούς, τότε η σύνδεση του θυρεοειδούς με τη σεξουαλικότητα γίνεται εύκολα κατανοητή. Πράγματι, λοιπόν, τόσο ο υποθυρεοειδισμός όσο και ο υπερθυρεοειδισμός, είναι πιθανό να επηρεάσουν τη σεξουαλική επιθυμία (χαμηλή λίμπιντο) και τη σεξουαλικότητα γενικότερα, αν και με διαφορετικό τρόπο.

Ο ορμονικός παράγοντας στη γυναίκα είναι καθοριστικός στην έκφραση της σεξουαλικότητάς της για τη σεξουαλική επιθυμία, τη διέγερση και τον οργασμό της. Η ορμονική απορύθμιση που απορρέει από τον υποθυρεοειδισμό προκαλεί σε αρκετές γυναίκες υποτονική σεξουαλική επιθυμία και δυσκολία στην επίτευξη και διατήρηση σεξουαλικής διέγερσης (εφύγρανση). Οι δυσλειτουργίες αυτές, όμως, από πολλούς αποδίδονται στα γενικότερα συμπτώματα εξασθένισης του μεταβολισμού που προκαλεί ο υποθυρεοειδισμός, όπως εξουθένωση, κούραση και διαταραχές διάθεσης, και όχι στην ασθένεια καθαυτή. Σε περιπτώσεις που υπάρχει σοβαρή έλλειψη θυρεοειδικών ορμονών και δε λαμβάνεται η κατάλληλη θεραπεία είναι πιθανό να επηρεαστεί και το αναπαραγωγικό σύστημα της γυναίκας με την εκδήλωση ολιγομηνόρροιας και αμηνόρροιας.

Στους άνδρες, ο υποθυρεοειδισμός έχει συνδεθεί με στυτική δυσλειτουργία, καθυστερημένη εκσπερμάτιση και ελαττωμένη κινητικότητα του σπέρματος. Έρευνες έχουν δείξει ότι φαρμακευτική αντιμετώπιση της διαταραχής οδηγεί σε αποκατάσταση της σεξουαλικής δυσλειτουργίας και της αναπαραγωγικής ικανότητας. Η γαλακτόρροια σε έναν άνδρα μπορεί να είναι ένας επιπλέον λόγος που θα κινήσει υποψίες για υποθυρεοειδισμό.

Οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες που σχετίζονται με τον υπερθυρεοειδισμό δεν είναι τόσο ξεκάθαρες όσο αυτές που εμφανίζονται στον υποθυρεοειδισμό, και είναι διαφορετικά τα συμπτώματα που μπορεί να παρουσιαστούν. Περιπτώσεις υπερθυρεοειδισμού συχνά σχετίζονται τόσο με απότομη αύξηση της σεξουαλικής ορμής, όπως είναι αναμενόμενο από την «επιτάχυνση» του μεταβολισμού, όσο και με μείωση της επιθυμίας, όπως συμβαίνει στον υποθυρεοειδισμό. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, αυτό πιθανά να οφείλεται σε δύο λόγους. Δεν είναι σπάνιο ανάμεσα στους ανθρώπους που πάσχουν από υπερθυρεοειδισμό, κάποιοι, στο ξεκίνημα της φαρμακευτικής αγωγής να εμφανίζουν συμπτώματα υποθυρεοειδισμού μέχρι να ρυθμιστεί σωστά η δοσολογία και ο τύπος του φαρμάκου. Επίσης, είναι πιθανό η υπερπροσπάθεια που καταβάλλει το άτομο, προκειμένου να αντεπεξέλθει στους τόσο «γρήγορους ρυθμούς» που απαιτεί ο αυξημένος μεταβολισμός του, να καταπονεί και να κουράζει τον ασθενή, με αποτέλεσμα την εμφάνιση μειωμένης λίμπιντο σε άτομα με υπερθυρεοειδισμό.

Ο υπερθυρεοειδισμός έχει και αυτός συνδεθεί με στυτική δυσλειτουργία, αλλά και με πρόωρη εκσπερμάτιση. Πρόσφατες έρευνες, όμως, έδειξαν ότι τόσο στον υπερθυρεοειδισμό όσο και στον υποθυρεοειδισμό, η στυτική δυσλειτουργία εμφανίζεται δευτερογενώς, ως αποτέλεσμα δυσλειτουργίας της εκσπερμάτισης. Η πρόωρη και η καθυστερημένη εκσπερμάτιση είναι, αντίστοιχα, οι πρωταρχικές δυσλειτουργίες στον άνδρα που απορρέουν από τις διαταραχές του θυρεοειδούς. Σύμφωνα με νέα ευρήματα μάλιστα, δεν αποτελούν απλά επακόλουθα της γενικότερης κλινικής εικόνας των ασθενών με διαταραχές του θυρεοειδούς, αλλά οι θυρεοειδικές ορμόνες βρέθηκαν να εμπλέκονται στη φυσιολογία της εκσπερμάτισης. Ο υπερθυρεοειδισμός έχει επιπλέον ενοχοποιηθεί για ολιγοσπερμία, στειρότητα και μη φυσιολογική μορφολογία σπέρματος. Τέλος, αντίστοιχα με τη γαλακτόρροια στον υποθυρεοειδισμό, ο υπερθυρεοειδισμός στους άνδρες έχει παρατηρηθεί ότι προκαλεί γυναικομαστία.

Η συσχέτιση ανάμεσα στη σεξουαλική υγεία και τις θυρεοειδικές διαταραχές είναι πολύπλευρη, και όπως ισχύει στις περισσότερες ορμονικές διαταραχές, η έγκαιρη διάγνωση και η κατάλληλη θεραπεία, συμβάλλουν στην ανάκτηση και διατήρηση μιας υγιούς σεξουαλικής ζωής. Είναι σημαντικό άτομα με προβλήματα θυρεοειδούς να γνωρίζουν ότι υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες που υποκαθιστούν ή μειώνουν τα επίπεδα των ορμονών. Η εμφάνιση μιας σεξουαλικής διαταραχής οφειλόμενης σε ορμονική δυσλειτουργία δεν είναι μη αναστρέψιμη και σε καμία περίπτωση, δε σημαίνει την αρχή του τέλους της σεξουαλικής ζωής.

*Ο Δρ. Θάνος Ε. Ασκητής είναι ψυχίατρος – νευρολόγος, διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος του Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας.


Αναζήτηση



Copyright © 2010 -

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

ISSN 1986-213X (print) - ISSN 1986-2148 (online)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή, απόδοση του περιεχομένου (κειμένου ή φωτογραφίας) με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφηση ή άλλο, χωρίς τη γραπτή έγκριση ή άδεια της "Φωνής".