
Γροιλανδία και ανατροπή συμμαχιών από τον Τραμπ στο μικροσκόπιο του Διεθνούς Τύπου
Το κυρίαρχο ζήτημα που μονοπώλησε το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου αυτή την εβδομάδα ήτανη ριζική και επιθετική αναθεώρηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής κατά τη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. Αναλυτές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, αλλά και στην Ασία, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τη συνειδητή υπονόμευση των παραδοσιακών συμμαχιών, με αιχμή του δόρατος τις πρωτοφανείς πιέσεις προς τη Γροιλανδία. Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως απόδειξη μιας νέας εποχής, όπου η «λογική του ισχυρού» και τα στενά εθνικά συμφέροντα αντικαθιστούν τη θεσμική διεθνή τάξη, απειλώντας ευθέως τη συνοχή του ΝΑΤΟ και την ασφάλεια της Ευρώπης.
Στη σκιά αυτών των τεκτονικών γεωπολιτικών αλλαγών, οι περιφερειακές συγκρούσεις λαμβάνουν δραματικές διαστάσεις. Στην Ουκρανία, η αμφιθυμία της Δύσης και η ρωσική στρατηγική βυθίζουν τη χώρα σε ανθρωπιστικό και ενεργειακό τέλμα. Στη Μέση Ανατολή, το καθεστώς του Ιράν κλονίζεται από εσωτερικές ταραχές που περιπλέκουν τα κινεζικά σχέδια, ενώ στη Συρία η αμερικανική αδράνεια αφήνει τους Κούρδους εκτεθειμένους. Τέλος, η Ουάσιγκτον επαναφέρει στο προσκήνιο σχέδια αλλαγής καθεστώτος στη Βενεζουέλα, συμπληρώνοντας το παζλ ενός ασταθούς κόσμου που αναζητά νέες ισορροπίες.
Ο Τύπος της Δύσης
«Οι λαοί του Ιράν, της Βενεζουέλας και της Ουκρανίας αξίζουν την υποστήριξη της Αμερικής» είναι ο τίτλος του άρθρου γνώμης του Clifford D. May, που δημοσιεύτηκε στη The Washington Times στις 20 Ιανουαρίου. Το άρθρο υποστηρίζει ότι το Ιράν, η Βενεζουέλα και η Ουκρανία, παρά τις διαφορές τους, έχουν κοινή φιλοδοξία να απαλλαγούν από τυραννικά καθεστώτα και στρέφονται στις ΗΠΑ και στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ για στήριξη, καθώς ούτε ο ΟΗΕ ούτε η αόριστη «διεθνής κοινότητα» προσφέρουν αξιόπιστη προστασία. Οι πατριώτες στην Ουκρανία αντιλαμβάνονται τον πόλεμο ως υπαρξιακή απειλή από τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ενώ στη Βενεζουέλα η μνήμη της προγενέστερης ευημερίας τροφοδοτεί την οργή απέναντι στο καθεστώς Τσάβες–Μαδούρο και τις συμμαχίες του με αντιδυτικές δυνάμεις. Στο Ιράν, η κληρονομιά της θεοκρατίας αντιπαρατίθεται με ένα νέο, πατριωτικό και αντιθεοκρατικό κίνημα διαμαρτυρίας. Ο May περιγράφει μια τριμερή στρατηγική του Τραμπ για τη Βενεζουέλα (σταθεροποίηση, οικονομική ανάκαμψη, πολιτική μετάβαση), καθώς και σκληρές οικονομικές πιέσεις στη Ρωσία μέσω κυρώσεων και πιθανών δασμών έως 500% σε χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο. Για το Ιράν, αναφέρεται σε δασμούς 25% σε κράτη που συναλλάσσονται με το καθεστώς και ζητά πρόσθετα οικονομικά, κυβερνο- και «κινητικά» μέτρα, αποφεύγοντας όμως μακρές, άκαρπες διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη. Καταλήγει ότι η υποστήριξη "προς αυτούς τους λαούς" ευθυγραμμίζεται με το αμερικανικό εθνικό συμφέρον, καθώς αντιμετωπίζουν ορκισμένους εχθρούς των ΗΠΑ.
Ο Rafael Behr, σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ξεχνά τις παλιές συμμαχίες της Αμερικής — στόχος του είναι να τις καταστρέψει», που δημοσιεύτηκε στη The Guardian στις 21 Ιανουαρίου, υποστηρίζει ότι ο Τραμπ, στη δεύτερη θητεία του, δεν παραμελεί αλλά υπονομεύει συνειδητά τις παραδοσιακές διατλαντικές συμμαχίες των ΗΠΑ, ευθυγραμμιζόμενος πολιτικά και ιδεολογικά με αυταρχικές δυνάμεις και με τη λογική του «δικαίου του ισχυρού». Γίνεται αναδρομή στην προειδοποίηση της Άνγκελα Μέρκελ στο Νταβός το 2018 για τον κίνδυνο να «υπνοβατήσει» ξανά η Ευρώπη σε πόλεμο, ενώ σημειώνεται ότι η σημερινή συγκυρία —με την επιθετικότητα του Πούτιν και τις εδαφικές βλέψεις του Τραμπ στη Γροιλανδία— δείχνει πως τα ιστορικά διδάγματα δεν έχουν εμπεδωθεί. Ο Behr παρουσιάζει τον Τραμπ ως ηγέτη που περιφρονεί τη «διεθνή τάξη κανόνων», γοητεύεται από δεσποτικές μορφές εξουσίας και αντιλαμβάνεται τη χώρα ως προέκταση του προσωπικού του «εγώ». Τεκμηριώνει ότι αυτή η λογική διαβρώνει τόσο τις εσωτερικές δημοκρατικές εγγυήσεις (με ενίσχυση κατασταλτικών μηχανισμών) όσο και τις συμμαχίες, μετατρέποντας τη νομιμοφροσύνη σε κριτήριο πολιτικής νομιμότητας. Παρότι αναγνωρίζει τις αντοχές της αμερικανικής δημοκρατίας και την προσωπική φθορά του Τραμπ, προειδοποιεί ότι η Ευρώπη πληρώνει ήδη τίμημα, αν καλλιεργεί την ψευδαίσθηση πως ο Αμερικανός πρόεδρος είναι διατεθειμένος να σεβαστεί τις αξίες που υποτίθεται ότι μοιράζεται με τους συμμάχους του.
Το δημοσίευμα με τίτλο «Η χρήση στρατιωτικής δύναμης είναι απίθανη, αλλά πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι», που δημοσιεύτηκε στη γροιλανδική εφημερίδα Sermitsiaq (ημερομηνία πρόσβασης: 22 Ιανουαρίου) και υπογράφεται από τον Thomas Munk Veirum, παρουσιάζει δηλώσεις του προέδρου της κυβέρνησης της Γροιλανδίας, Jens-Frederik Nielsen, και του υπουργού Οικονομικών, Múte B. Egede, σχετικά με τις αυξανόμενες πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών προς το νησί. Κατά τη συνέντευξη Τύπου, οι δύο αξιωματούχοι τόνισαν ότι, παρότι το ενδεχόμενο στρατιωτικής επίθεσης εναντίον της Γροιλανδίας θεωρείται απίθανο, η χώρα πρέπει να είναι έτοιμη για κάθε σενάριο. Ο Egede ανακοίνωσε τη δημιουργία συντονιστικής ομάδας έκτακτης ανάγκης με τη συμμετοχή υπουργείων, αστυνομίας και δήμων, με στόχο τον σχεδιασμό μέτρων ασφάλειας και κοινωνικής σταθερότητας. Οι αρχές υπογράμμισαν ότι η γενικότερη ατμόσφαιρα αβεβαιότητας επηρεάζει συναισθηματικά τους πολίτες και ότι σύντομα θα δημοσιοποιηθούν οδηγίες προετοιμασίας, οι οποίες πιθανόν να περιλαμβάνουν σύσταση για απόθεμα τροφίμων πέντε ημερών. Παράλληλα, η κυβέρνηση συνεχίζει τον διάλογο με τις ΗΠΑ μέσω θεσμικών διαύλων, επισημαίνοντας πως η Γροιλανδία δεν υπήρξε ποτέ εχθρός της Ουάσιγκτον, αλλά απορρίπτει την αμφισβήτηση των διεθνών κανόνων.
Στην ανάλυση «Ο Τραμπ μάς στέλνει πίσω στον Μεσαίωνα» του Gorm Rye Olsen, που δημοσιεύτηκε στη δανέζικη εφημερίδα Jyllands-Posten στις 21 Ιανουαρίου, εξετάζεται πώς η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ στη δεύτερη προεδρική του θητεία διαμορφώνει ένα νέο, ιμπεριαλιστικό διεθνές σύστημα με χαρακτηριστικά που θυμίζουν τον Μεσαίωνα. Ο Olsen υποστηρίζει ότι η πολιτική του Τραμπ καθοδηγείται από συναισθήματα περισσότερο παρά από αναλύσεις, ενώ η λογική της προσωπικής εξουσίας αντικαθιστά τη θεσμική και νομική τάξη. Ο Αμερικανός πρόεδρος λειτουργεί με βάση τη δική του «ηθική» και «συναισθηματική ανάγκη για επιτυχία», παραμερίζοντας την έννοια της διεθνούς νομιμότητας. Οι αποφάσεις του, κατά τον συγγραφέα, επηρεάζονται από κύκλους της οικονομικής ελίτ, όπως τεχνολογικοί δισεκατομμυριούχοι, και συχνά βασίζονται σε προσωπικές συμφωνίες και εξυπηρετήσεις. Ο συγγραφέας παραλληλίζει αυτή την «πολιτική της αυλής» με την απόλυτη μοναρχία, όπου η αφοσίωση υπερισχύει της ικανότητας και της γνώσης. Η αποδυνάμωση θεσμών όπως ο ΟΗΕ, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, καθώς και η υποβάθμιση της κυριαρχίας των κρατών, υποδεικνύουν την αποδόμηση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης. Ο Olsen προειδοποιεί ότι αυτή η πορεία εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την παγκόσμια σταθερότητα, αλλά και για χώρες όπως η Δανία και η Γροιλανδία.
Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής
Το άρθρο «Η διεύρυνση είναι η καλύτερη άμυνα της ΕΕ απέναντι στον επεκτατισμό του Τραμπ», στη Daily Sabah (ημερομηνία πρόσβασης: 22 Ιανουαρίου) της Nafisa Latic, υποστηρίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αντιμετωπίσει τη διεύρυνση ως κεντρική στρατηγική ασφάλειας απέναντι στις νέες γεωπολιτικές προκλήσεις. Η συγγραφέας σημειώνει ότι η ενιαία αντίδραση της Ευρώπης στα σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ για την απόκτηση της Γροιλανδίας αποκάλυψε τα όρια μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής που παραμένει ανακλαστική. Η καθυστέρηση της ΕΕ στη διαδικασία διεύρυνσης —με τελευταία ένταξη την Κροατία το 2013— έχει αφήσει κενό ισχύος που εκμεταλλεύονται η Ρωσία, η Κίνα και πλέον οι ΗΠΑ. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, κατά τη Latic, απέδειξε ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν εξασφαλίζει ειρήνη, ενώ η αδυναμία ένταξης του Κιέβου δείχνει την πολιτική διστακτικότητα της Ένωσης. Οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων παραμένουν εγκλωβισμένες σε γεωπολιτικό «κενό», ενώ η Τουρκία, με τη στρατηγική της θέση και την ισχυρή αμυντική βιομηχανία, αποτελεί κρίσιμο αλλά περιθωριοποιημένο εταίρο. Η Latic υποστηρίζει πως η παραμονή αυτών των περιοχών εκτός ΕΕ ενισχύει την εξωτερική επιρροή της Ρωσίας και της Κίνας. Καταλήγει ότι η ΕΕ, για να ενισχύσει τη γεωπολιτική της αυτονομία και να αντιμετωπίσει τον νέο αμερικανικό επεκτατισμό, οφείλει να αξιοποιήσει τη διεύρυνση ως εργαλείο ισχύος και ασφάλειας, ξεκινώντας από την Ουκρανία.
«Αναθεωρούν οι ΗΠΑ τη στρατηγική τους για το κουρδικό ζήτημα στη Συρία;» είναι ο τίτλος ανάλυσης στην ενημερωτική ιστοσελίδα Rudaw (ημερομηνία πρόσβασης: 22 Ιανουαρίου) του Karwan Faidhi Dri. Η ανάλυση εξετάζει αν η Ουάσιγκτον αλλάζει προσέγγιση απέναντι στους Κούρδους της Συρίας μετά τη σιωπηρή στάση της κατά την επίθεση του συριακού στρατού στα κουρδικά προάστια του Χαλεπίου. Η μη παρέμβαση των ΗΠΑ στην ευρείας κλίμακας επιχείρηση του συριακού στρατού και συμμάχων τζιχαντιστών στις συνοικίες Ασραφιγιέ και Σεΐχ Μακσούντ —που ελέγχονταν επί σχεδόν 15 χρόνια από την κουρδική Asayish— οδήγησε, σύμφωνα με το κείμενο, σε τουλάχιστον 82 νεκρούς και 150.000 εκτοπισμένους, ενώ έθεσε υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία της αμερικανικής προστασίας. Παρά τις πιέσεις ΗΠΑ–Γαλλίας για κατάπαυση πυρός, οι περιοχές πέρασαν στον έλεγχο του συριακού κράτους και συμμάχων του, ενώ η Δαμασκός κήρυξε επιπλέον κουρδικές ζώνες ως «κλειστές στρατιωτικές περιοχές». Κούρδοι της Συρίας αναφέρουν ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι ξεκαθάρισαν πως θα επέμβουν μόνο αν υπάρξει αστάθεια ανατολικά του Ευφράτη, όπου σταθμεύουν δυνάμεις τους κατά του ISIS, κάτι που ερμηνεύεται ως στενή εστίαση στην αντιτρομοκρατία και όχι στην προστασία των Κούρδων. Αναλυτές μιλούν για «βραχυπρόθεσμη» στάση που αποδυναμώνει τη βιωσιμότητα της Συρίας και ενθαρρύνει τζιχαντιστές εντός του νέου καθεστωτικού μηχανισμού, ενώ η αμερικανική προσπάθεια ενσωμάτωσης των κουρδικών δυνάμεων στη μεταβατική κυβέρνηση υπονομεύεται από τη διάβρωση της εμπιστοσύνης μετά τα γεγονότα στο Χαλέπι.
Ο Τύπος της Ασίας
Το «Γιατί η Αυστραλία παρακολουθεί προσεκτικά το δράμα της Γροιλανδίας», άρθρο του The Diplomat (δημοσίευση: 20 Ιανουαρίου) του Grant Wyeth, αναλύει πώς μια ενδεχόμενη επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Γροιλανδία θα είχε σοβαρές γεωπολιτικές συνέπειες για την Αυστραλία. Η Γροιλανδία, ως τμήμα του Βασιλείου της Δανίας, αποτελεί έδαφος κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ· επομένως, μια αμερικανική εισβολή θα εκλαμβανόταν ως επίθεση κατά συμμάχου, με κίνδυνο να κλονιστεί ή ακόμη και να διαλυθεί η συμμαχία. Η Αυστραλία, αν και γεωγραφικά απομονωμένη, συγκαταλέγεται στους στενότερους εταίρους του ΝΑΤΟ και έχει ευθυγραμμίσει σημαντικό μέρος της αμυντικής της δομής με τα πρότυπα της συμμαχίας. Μια κατάρρευση του ΝΑΤΟ θα έπληττε καίρια τη στρατηγική ασφάλειας της χώρας. Πέρα από τα στρατιωτικά, μια ρήξη στις σχέσεις ΗΠΑ–Ηνωμένου Βασιλείου θα έθετε σε κίνδυνο τη συμφωνία AUKUS, καθώς το πρόγραμμα εξαρτάται από την τεχνολογία και την πολιτική συνοχή των τριών μερών. Χωρίς αμερικανική συμμετοχή, το σχέδιο για τα νέα υποβρύχια ενδέχεται να κατέρρεε. Τέλος, η αυξανόμενη δυσπιστία της αυστραλιανής κοινής γνώμης απέναντι στις ΗΠΑ, ιδίως υπό την προεδρία Τραμπ, υπονομεύει τη μακροχρόνια στρατηγική σχέση Καμπέρας–Ουάσιγκτον, καθιστώντας μια εισβολή στη Γροιλανδία εξέλιξη που θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά το διεθνές σύστημα.
Το άρθρο «Θα αναγκάσει η αστάθεια στο Ιράν την Κίνα να επανεξετάσει τη στρατηγική της στη Μέση Ανατολή;» της South China Morning Post (SCMP), που δημοσιεύτηκε στις 21 Ιανουαρίου και είναι γραμμένο από τον Arash Beidollahkani, εξετάζει πώς οι διαδηλώσεις στο Ιράν δοκιμάζουν την κινεζική πολιτική. Οι ταραχές, που ξεκίνησαν στα τέλη Δεκεμβρίου 2025 και συνεχίστηκαν τον Ιανουάριο 2026, έχουν εξαπλωθεί σε πολλές επαρχίες και αντιμετωπίζονται με σκληρή καταστολή, η οποία εντείνει τη λαϊκή οργή. Η Κίνα, θεωρώντας το Ιράν προβλέψιμο εταίρο παρά τις εσωτερικές εντάσεις, αντιμετώπιζε τις διαδηλώσεις ως «φόντο» που δεν επηρεάζει τις ενεργειακές ροές και τα έργα υποδομής. Ωστόσο, η οικονομική εξάρτηση του Ιράν από την Κίνα —ιδίως μέσω εξαγωγών πετρελαίου σε χαμηλές τιμές— καθιστά το συγκεκριμένο μοντέλο ευάλωτο σε παρατεταμένη αστάθεια. Η κινεζική πολιτική μη παρέμβασης δοκιμάζεται, καθώς οι διαμαρτυρίες αντανακλούν βαθιά κοινωνική κόπωση και μια ηγεσία που προκρίνει την καταστολή έναντι των μεταρρυθμίσεων. Ο Τραμπ απείλησε με δασμούς 25% χώρες που εμπορεύονται με το Ιράν, στοχεύοντας κυρίως την Κίνα, η οποία αντέδρασε έντονα. Αυτό δημιουργεί κινδύνους για την ενεργειακή ασφάλεια, το Belt and Road και το πολυπολικό όραμα του Πεκίνου, καθώς μια ενδεχόμενη αλλαγή στο Ιράν θα μπορούσε να ανοίξει την αγορά στη Δύση, μειώνοντας την κινεζική επιρροή.
Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Το άρθρο «Να διαλύσουμε το ΝΑΤΟ: Ο Τραμπ ξέρει τι κάνει», που δημοσιεύθηκε στο RIA Novosti στις 22 Ιανουαρίου και υπογράφεται από τον David Narmaniya, αναλύει τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο ΝΑΤΟ και τη μεταβαλλόμενη σχέση των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ευρώπη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο Τραμπ ενεργεί με συνέπεια και λογική, επιδιώκοντας να απαλλάξει τις ΗΠΑ από τα οικονομικά και στρατηγικά βάρη της ευρωπαϊκής εξάρτησης. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ευρώπη, σύμφωνα με τον Ναρμανίγια, μετατράπηκε από σύμμαχο σε «επιδοτούμενη» ήπειρο που προστατεύεται από την αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ αντί για κέρδος κατέληξαν σε εμπορικό έλλειμμα, ενώ η Ευρώπη απολάμβανε ασφάλεια και ευημερία εις βάρος τους. Ο Τραμπ, όπως υποστηρίζεται, αρνείται να συνεχίσει αυτό το μοντέλο, απορρίπτοντας την ιδέα της «παγκόσμιας ηγεσίας» και θέτοντας στο επίκεντρο μόνο τα αμερικανικά συμφέροντα. Η απόρριψη του διεθνούς δικαίου και η απαίτηση «οι σύμμαχοι να πληρώσουν τον λογαριασμό» εκφράζουν, κατά τον αρθρογράφο, μια νέα ρεαλιστική στρατηγική. Η Ευρώπη, εγκαταλελειμμένη από τον προστάτη της, καλείται πλέον να αναλογιστεί τη θέση και την ανεξαρτησία της στον κόσμο.
Το άρθρο «Πώς η καθυστέρηση και ο κατευνασμός άφησαν την Ουκρανία να παγώνει στο σκοτάδι», που δημοσιεύθηκε στην Kyiv Post (ημερομηνία πρόσβασης: 23 Ιανουαρίου) και υπογράφεται από τον Bohdan Nahaylo, εξετάζει πώς οι δισταγμοί και οι πολιτικές καθυστερήσεις της Δύσης, σε συνδυασμό με τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ, επιδείνωσαν την ουκρανική τραγωδία εν μέσω του πέμπτου έτους του πολέμου. Ο Νahaylo τονίζει ότι η ρωσική στρατηγική καταστροφής της ενεργειακής υποδομής έχει βυθίσει τη χώρα στο σκοτάδι και στο ψύχος, προκαλώντας μια ανθρωπιστική κρίση που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Κατά τον συγγραφέα, η τακτική δισταγμού της Ουάσιγκτον, υπό την ηγεσία του Τραμπ, επέτρεψε στη Μόσχα να εντείνει τις επιθέσεις και να εδραιώσει τη θέση της. Ενώ ο Πούτιν φέρει την κύρια ευθύνη για τον πόλεμο, η απροθυμία των ΗΠΑ να προμηθεύσουν την Ουκρανία με επαρκή αεράμυνα και επιθετικά μέσα ισοδυναμεί με «συνενοχή». Ο Τραμπ παρουσιάζεται όχι ως ειρηνοποιός, αλλά ως παράγοντας παράτασης του πολέμου, καθώς προωθεί έναν «κατευνασμό» που ενθαρρύνει τη ρωσική επιθετικότητα. Η Ευρώπη, αν και έχει αρχίσει να αναλαμβάνει μεγαλύτερες ευθύνες, παραμένει εξαρτημένη από την αμερικανική στήριξη. Ο αρθρογράφος καταλήγει ότι η πολιτική των «μισών μέτρων» απέτυχε και ότι μόνο η άμεση και αποφασιστική στρατιωτική βοήθεια μπορεί να αποτρέψει περαιτέρω καταστροφές και να σταματήσει το «πάγωμα» της Ουκρανίας – κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Πηγή: ΚΥΠΕ
